|
JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL
« Υπήρχαν δυο τρόποι να ντύνονται οι άνθρωποι, να χορεύουν, να φέρονται, να ζωγραφίζουν. Υπήρχε η δύση και η ανατολή. Πώς μπορεί κανείς να συνεχίσει την παράδοση χωρίς να μείνει έξω από την εποχή του;»

Αυτά τα λόγια του Γιάννη Τσαρούχη συνοψίζουν το περιεχόμενο της αναδρομικής έκθεσης του στο Μουσείο Μπενάκη στην οδό Πειραιώς, αλλά και το συνολικό έργο του μοναδικού αυτού Έλληνα καλλιτέχνη.
Σε αυτό το σημείο, χρήσιμο θεωρώ να αναφέρω κάποια πράγματα για τη ζωή και το έργο του, ώστε να κατανοήσει κανείς καλύτερα τη ροή της έκθεσης.
Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Τα τρία παιδιά του Θανάση Τσαρούχη Γιάννης, Κική και Μάριος
Γεννήθηκε στον Πειραιά από μητέρα Ψαριανή και πατέρα Μωραΐτη έμπορο. Από 5 χρονών φάνηκε η κλίση του στη ζωγραφική. Ήταν 17 χρονών μόνο όταν έγιναν δεκτές οι πρώτες του σκηνογραφίες για το έργο του Μέτερλινγκ «Πριγκίπισσα Μαλέν».
Το 1928 συμμετείχε, για πρώτη φορά, σε ομαδική έκθεση στο «Άσυλο Τέχνης». Την ίδια χρονιά εγγράφηκε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους, μεταξύ άλλων, τον Μπισκίνη, τον Βικάτο, τον Θωμόπουλο και τον Παρθένη. Για τον τελευταίο μάλιστα έχει αναφέρει: «πολλά οφείλω στον Κωστή Παρθένη, που η αυστηρή -σαν σουηδική γυμναστική- διδασκαλία του μου επέτρεψε να πλησιάσω με άνεση τη λεγόμενη κλασική τέχνη».
Το 1929 επηρεάστηκε από τη σχεδιαστική δεινότητα του Γαλάνη. Τα χρόνια αυτά σημαδεύουν το πρώιμο έργο του. Δε νιώθει την ανάγκη μόνο για μια νέα ζωγραφική, αλλά θέλει να βρει τί είναι η Ελλάδα σαν παράδοση, ζώντας από μικρός ανάμεσα σε δυο κόσμους- της παράδοσης και του νέου που έρχεται από την Ευρώπη.
Αυτοπροσωπογραφία, 1906
Παράλληλα μαθήτευσε κοντά στον Φ. Κόντογλου, που τον εμύησε στη βυζαντινή ζωγραφική, ενώ μελέτησε τη λαϊκή αρχιτεκτονική κι ενδυμασία. Την ίδια εποχή γνωρίζει τη ζωγραφική του Καραγκιόζη, τις αφίσες των καραγκιοζοπαιχτών και γοητεύεται.
Μαζί με τους Πικιώνη, Κόντογλου και 'Αγγελο Χατζημιχάλη πρωτοστάτησε στο αίτημα της εποχής για την ελληνικότητα της τέχνης, τοποθετώντας έτσι τον εαυτό του στους σημαντικότερους καλλιτέχνες της «Γενιάς του ?30».
Στα 1935-6, αφού πρώτα επισκέφτηκε τη Κωνσταντινούπολη, ταξίδεψε στο Παρίσι και στην Ιταλία. Ήρθε σ' επαφή με δημιουργίες της Αναγέννησης και του Ιμπρεσιονισμού, αλλά και του Σουρεαλισμού και άλλων μοντέρνων κινημάτων. Ανακάλυψε το έργο του Θεόφιλου και γνώρισε καλλιτέχνες όπως ο Ματίς κι ο Τζιακομέτι κ.ά. Το '38, δυο χρόνια μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα πραγματοποίησε την πρώτη ατομική του έκθεση στο κατάστημα Αλεξοπούλου της οδού Νίκης στην Αθήνα. Το '40 επιστρατεύτηκε κι υπηρέτησε στο Μηχανικό. Το '47 πραγματοποίησε 2 ατομικές εκθέσεις με υδατογραφίες και θεατρικά προσχέδια. Το '51 εξέθεσε σε Παρίσι και Λονδίνο και το '53 υπέγραψε συμβόλαιο με τη Γκαλερί Ιόλας της Νέας Υόρκης. Το '56 υπήρξε υποψήφιος για το Βραβείο Γκούγκενχαϊμ και το '58 πήρε μέρος στη Μπιενάλε της Βενετίας.
Το 1967 με 1974, περίοδο στρατιωτικής δικτατορίας αυτοεξορίσθηκε στο Παρίσι. Η δουλειά του εκεί χαρακτηρίζεται από φροντίδα για τη ματιέρα και από συνθέσεις μεγάλου μεγέθους με στοιχεία από το νέο περιβάλλον.
Το 1980 επέστρεψε στην Ελλάδα και έμεινε εκεί ως το θάνατό του, το 1989 στην Αθήνα.
Το '82 άνοιξε το Μουσείο Γ. Τσαρούχη στο Μαρούσι στο σπίτι του, που ο ίδιος το μετέτρεψε, παραχωρώντας τη προσωπική συλλογή των έργων του. Παράλληλα λειτουργεί το Ίδρυμα Τσαρούχη με σκοπό τη διάδοση του έργου του.
Πέρα από το εικαστικό του έργο, έμεινε γνωστός κι ως ο κορυφαίος σκηνογράφος της Ελλάδας, αφού φιλοτέχνησε τα σκηνικά, κοστούμια και μάσκες για πάνω από 100 παραστάσεις, όπως την προαναφερόμενη «Πριγκίπισσα Μαλέν» του Μέτερλινγκ, την «Ερωφίλη» του Χορτάτζη(σηματοδοτεί και τη συνεργασία του με τον Κουν), την «Τραβιάτα» του Βέρντι, την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ, το «Γαμήλιο Εμβατήριο» του Τερζάκη, τους «Άθλιους» του Ουγκώ, τις «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, παραστάσεις της Σοφίας Βέμπο κ.α. . Συνεργάστηκε με την Ντάλας Σίβικ Όπερα του Τέξας, τη Σκάλα του Μιλάνου, το Κόβεντ Γκάρντεν, το Εθνικό Λαϊκό Θέατρο της Γαλλίας, το Τεάτρο Ολύμπικο της Βιτσέντζα και με τους σημαντικότερους ηθοποιούς και σκηνοθέτες της εποχής (Κάρολος Κουν, Αλέξης Μινωτής, Μαρίκα Κοτοπούλη, Αιμίλιος Βεάκης, Κατερίνα Ανδρεάδη, Κατίνα Παξινού, Μελίνα Μερκούρη, Έλλη Λαμπέτη, Μαρία Κάλλας και άλλοι).
Το '77 ανέβασε ο ίδιος τις "Τρωάδες" του Ευριπίδη σε δική του νεοελληνική απόδοση με δική του διδασκαλία και σκηνογραφία. Ασχολήθηκε επίσης με την εικονογράφηση βιβλίων, τη μετάφραση και συγγραφή βιβλίων για τη τέχνη.
Οι Τρωάδες του Ευριπίδη σε διδασκαλία Γ.Τσαρούχη,1977
ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ Γ.ΤΣΑΡΟΥΧΗ:
- Γαλάνης (σχέδιο)
- Παρθένης (σχέδιο)
- Κόντογλου (ανατολίτικος μυστικισμός και βυζαντινή τέχνη)
- Καραγκιόζης (σύλληψη πραγματικότητας)
- Λαϊκή τέχνη (λαϊκά στοιχεία που προέρχονται από την πραγματικότητα)
- Ματίς (ηχηρό και μεγάλο χρώμα)
- Επηρεάστηκε από πολλούς, η κύρια επιρροή στο έργο του είναι η δική του, η εμπειρία του από τη ζωή.
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ Γ.ΤΣΑΡΟΥΧΗ:
- Επαφή με τα πράγματα, αγάπη για τον κόσμο
- Συγκρατημένος συμβολισμός (στο ώριμο έργο του, Παρίσι)
- Ζωγράφος που στοχάζεται, πειραματίζεται
- Κυρίως θέμα του έργου αποτελεί η ανθρώπινη φιγούρα κεντρική, γυμνή ή ντυμένη
- Άνθρωποι απλοί και λαϊκοί
- Αθωότητα να πλησιάζει τα πράγματα σαν να τα βλέπει για πρώτη φορά
- Παραδοσιακή όραση και αισθητική του ωραίου, μέσα, όμως από τη ζωγραφική εμπειρία του ίδιου του καλλιτέχνη
- Πραγματικά αντικείμενα με σχήμα σαφές και ευανάγνωστο
- Χρώμα ηδονικό
- Έντονος αισθησιασμός και ερωτισμός, πιθανή απόρροια των ομοφυλοφιλικών τάσεων, σύμφωνα με πολλούς, του Τσαρούχη
|