Αποσπάσματα από το ημερολόγιο ταξιδίου στην γη των θεϊκών πέπλων και του μεσονύκτιου ηλίου με όχημα την μουσική του Biosphere
Νομίζω πως σήμερα ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, βιώνοντας το φαινόμενο του θερμοκηπίου και της υπερθέρμανσης του πλανήτη συνειδητοποιούμε όλοι καθημερινά αυτό που οι επιστήμονες υποπτεύονται, ερευνούν και υποστηρίζουν εδώ και πολύ καιρό. Τα κλιματικά χαρακτηριστικά, οι περιβαλλοντολογικές ιδιαιτερότητες, καθώς και τα μορφολογικά, τα τοπιολογικά και τα εδαφολογικά γνωρίσματα που καταδεικνύονται από τα προσδιοριστικά χαρακτηριστικά θέσης του κάθε σημείου του εκάστοτε τόπου που ζει ο καθένας από μας πάνω στον πλανήτη γη, όπως το γεωγραφικό πλάτος, το γεωγραφικό μήκος και το σημείο τομής τους (γεωγραφικό στίγμα) επηρεάζουν την ψυχοσωματική μας κατάσταση, διαμορφώνουν τις καθημερινές συνήθειες και ανάγκες μας, καθορίζουν τον τρόπο που ζούμε, το φαγητό που τρώμε, ακόμα και την γλώσσα που μιλάμε.
Άραγε όμως επηρεάζουν την μουσική που κάνουμε και που ακούμε και αν ναι, με ποιον τρόπο; Μπορεί ένας σύγχρονος ηχητικός καλλιτέχνης, στη συγκεκριμένη περίπτωση ένας ηλεκτρονικός μουσικός, να επηρεάζεται άμεσα από το βιοκλίμα μέσα στο οποίο ζει; Σε ποιο βαθμό το περιβάλλον παρεμβαίνει, καθορίζει και διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί και εκφράζεται ηχητικά; Θα μπορούσε άραγε κάποιος να γράψει αργή, διάχυτη, ατμοσφαιρική μουσική ικανή να διορύσσει τον χρόνο μέσα στην καθημερινή ρουτίνα της επιτακτικότητας και της έλλειψης χρονικών περιθωρίων, να προκαλέσει ρήγματα και να δημιουργήσει χώρο ακριβώς μέσα στο κέντρο της αστικής μας κλειστοφοβίας και του παρανοϊκού οικιστικού δυτικού πολιτισμού, βιώνοντας καθημερινά το περιβάλλον μιας μητροπολιτικής μεγαλούπολης με τους φρενήρεις ρυθμούς ζωής και την θανατηφόρα ηχορύπανση;
Κάνοντας αυτές τις σκέψεις αναπόλησα εκείνο το συννεφιασμένο σαββατιάκο απόγευμα πριν από αρκετά χρόνια στο Νοτιοδυτικό Λονδίνο όταν άκουσα για πρώτη φορά το album του Biosphere ?Substrata?. Μετά από ελάχιστα λεπτά ακρόασης έμεινα να κάθομαι εμβρόντητος, ακούνητος, αποσβολωμένος. Η μουσική αυτή άνοιγε διάπλατα το ανθρώπινο μυαλό, δημιουργούσε μια ανεπανάληπτη, υπερβατική ηχητική εμπειρία, πέρα από κάθε σχηματοποιημένη έννοια του χωροχρόνου, πέρα από τους γαλαξιακούς νόμους και τις γεωμετρικές δομές που διέπουν το σύμπαν, πέρα ακόμα και από το απόλυτο κενό, μέσα από κοσμικούς ήχους μιας απίστευτης ομορφιάς και μέσα από σαγηνευτικές στοιβάδες ηχητικών μορφοκλασμάτων, προκαλούσε μια έξαρση πρωτόγνωρων συναισθημάτων χαρμολύπης, φέρνοντας δάκρυα στα μάτια. Ήταν σίγουρα μία από τις πιο όμορφες μουσικές που είχα ακούσει ποτέ.
Biopshere- Poa Alpina απο το άλμπουμ Substrata
Στη ζώνη του λυκόφωτος
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η περίφημη Αρκτική, η βορειότερη περιοχή του πλανήτη γύρω από τον Βόρειο Πόλο, το σημείο όπου ο άξονας περιστροφής της γης τέμνει την επιφάνεια της, είναι ένα από τα πιο γοητευτικά μέρη πάνω στη γη. Η εξερεύνηση της - ένα από τα πιο παλιά όνειρα του ανθρώπου - κρύβει συναρπαστικές ιστορίες γεμάτες από εκπληκτικές περιπέτειες και δεκάδες αποτυχημένες προσπάθειες πολλών εξερευνητών, αρκετές φορές με κόστος την ίδια τους την ζωή. Τελικά στις 6 Απριλίου του 1909 ο Αμερικανός εξερευνητής Ρόμπερτ Πίρι (1856-1920) ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έφτασε στο βορειότερο σημείο της Γης μένοντας εκεί για τριάντα περίπου ώρες και χαράζοντας τον δρόμο για την περαιτέρω εξερεύνηση της κορυφής του κόσμου μας. Στα νότια της Αρκτικής, στη βόρεια Νορβηγία βρίσκεται μια μικρή πόλη πενήντα τεσσάρων χιλιάδων κατοίκων που απλώνεται στο νησάκι Troms?ya στην κομητεία Troms. Το περίφημο Troms? είναι η μοναδική μεγάλη πόλη του ευρωπαϊκού χάρτη που ανήκει στην περιοχή της Αρκτικής, καθώς τοποθετείται τριακόσια χιλιόμετρα μέσα στον αρκτικό κύκλο με γεωγραφικό πλάτος 69°40?33?N βόρεια του Ισημερινού μόλις 3 μοίρες πάνω από το συνηθέστερο όριο, βόρεια του οποίου εκτείνεται η Αρκτική (66° 33΄ 38΄΄Ν).
Το γεωγραφικό στίγμα 69°40?33?N/18°55?10?E?/69.67583; 18.91944
Το Troms? δεν είναι ένας κοινός τόπος. Είναι μια μαγική πόλη, στην κορυφή του κόσμου, που μέσα στο πέρασμα των αιώνων ζει στους ρυθμούς του ημερονυκτίου, βυθισμένη στο λυκόφως, πλημμυρισμένη από τον αέναο χορό των φωτεινών πνευμάτων του Βορείου Σέλαος που χορεύουν και μεταμορφώνονται πίσω από τις ουράνιες κουρτίνες, δημιουργώντας μια πανδαισία χρωμάτων και σχεδίων. Περιτριγυρισμένη από χιονισμένες βουνοκορφές που απλώνονται στα βόρεια του νησιού και μαγευτικά λευκά τοπία που κόβουν την ανάσα η αρκτική πόλη περικυκλώνεται από το θαλάσσιο βόρειο-ατλαντικό ρεύμα, μια επέκταση του ρεύματος του Κόλπου (gulf stream) που την ζεσταίνει και διευκολύνει την ανθρώπινη επιβίωση. Στο Troms? κατά την διάρκεια του καλοκαιριού από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο, ο αρκτικός ήλιος, ο περίφημος ήλιος του μεσονυχτίου απλώνεται στον ουρανό πάνω από τον βόρειο ορίζοντα για δυο συνεχόμενους μήνες, απορροφώντας την νύχτα μέσα σε ένα ατελείωτο θαμπό, κυανωπό γλυκοχάραμα. Παρομοίως τον χειμώνα ξεκινώντας από τα τέλη Νοεμβρίου μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου, ο ήλιος παραμένει κρυμμένος συνθέτοντας ένα μαγευτικό, σχεδόν μυστικιστικό σκηνικό βυθίζοντας την πόλη μέσα στο ημίφως. Το Troms? λοιπόν δεν είναι μια κοινή πόλη στην βόρεια Ευρώπη. Είναι μια ξεχωριστή πόλη που βιώνει εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης τα μεγαλύτερα ουράνια θαύματα του κόσμου μας, προικισμένη με την ομορφιά ενός κατάλευκου τοπίου που αναδεικνύει περίτρανα το μεγαλείο της φύσης και το απαράμιλλο κάλλος του πλανήτη γη. Επίσης το Troms? είναι η γενέτειρα ενός από τους σημαντικότερους ηλεκτρονικούς μουσικούς της εποχής μας, του καινοτόμου του αρκτικού ήχου Geir Jenssen.
22 Νοεμβρίου- Άφιξη
Μετά από εννιά ώρες εξαντλητικού ταξιδιού, διασχίζοντας την ευρωπαϊκή ήπειρο από άκρη σε άκρη με τρία αεροπλάνα, λίγο μετά τις δέκα τοπική ώρα, κάνουμε τα πρώτα μας βήματα στον αρκτικό κύκλο. Η Gabi μας υποδέχεται θερμά με ενα γλυκό χαμόγελο και μας οδηγεί στην πρώτη μας περιήγηση έξω απο την πόλη. Το Troms? απλώνεται μπροστά μας σαν ένα μαγευτικό στιλπνό μαργαριτάρι μέσα σε κατεψυγμένη μπάλα από υαλόπαγο, τριγυρισμένο από χιονισμένες βουνοκορφές. Ο παγωμένος αέρας σφίγγει το δέρμα του προσώπου και κάνει τα μάτια να δακρύζουν. Στεκόμαστε ακίνητοι, αμίλητοι, παγωμένοι. Αναρωτιέμαι εάν θα καταφέρουμε να εκπληρώσουμε την άτυπη αποστολή μας. Τα θεϊκά πέπλα! Το περίμενα πολύ καιρό αυτό. Περίμενα καρτερικά για χρόνια την εκπλήρωση της υπόσχεσης που είχα δώσει στον εαυτό μου. Επιστράτευα λυτρωτικά την φαντασία μου και τα νοηματικά ταξίδια υπερβατικής ακρόασης μέσα από ηχητικές ατραπούς θαυμαστών ηχοτόπων. Να όμως που τελικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο ο Jenssen έγραψε αυτήν την περίφημη μουσική που είχα ακούσει εκείνο το βροχερό απόγευμα στο Νοτιοδυτικό Λονδίνο απλωνόταν μπροστά στα πόδια μου.
Το όνομα, η σημασία, ο ήχος
Ο Jenssen γεννημένος το 1962 έλαβε τυπική Νορβηγική ανατροφή και όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του παρουσίαζε έντονο ενδιαφέρον για το σκι, την ορειβασία και άλλες παρόμοιες αθλητικές δραστηριότητες. Στην εφηβική ηλικία - μέσω φίλων του που παρήγγειλαν ταχυδρομικά δίσκους από την Αγγλία - έρχεται σε επαφή με την Αγγλική post-punk μουσική της εποχής και τους ambient δίσκους του Brian Eno. Στη συνέχεια δανείζεται μανιωδώς οτιδήποτε πέφτει στα χέρια του που έχει σχέση με τον ηλεκτρονικό ήχο, σέρνοντας κάθε φορά με το σκι του σάκους γεμάτους με δανεικά βινύλια για να τους μεταφέρει στο δωμάτιο του και να τους αντιγράψει σε κασέτες. Το 1983 συνθέτει το πρώτο κομμάτι ηλεκτρονικής μουσικής και το 1985 ιδρύει το new wave group Bel Canto με το οποίο γύρισε την κεντρική Ευρώπη δίνοντας συναυλίες, χωρίς όμως να σημειώσει ιδιαίτερη επιτυχία. To 1990 κυκλοφορεί το πρώτο του σόλο άλμπουμ ?The North Pole by Submarin? στο οποίο αναμιγνύει acid house με βελγική new beat techno. Το άλμπουμ αυτό έμελε να σηματοδοτήσει το τέλος του Jenssen ως Bleep και την απαρχή μιας μεγαλειώδης πορείας που θα άλλαζε την ambient μουσική μια για πάντα. Ο Jenssen αποφασίζει να ακολουθήσει το όραμα του για ένα πιο καθαρό, πιο ακέραιο και ακραιφνή ambient ήχο, που να αντανακλά και να αποτυπώνει το περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε. Έτσι γίνεται μόνιμος πια κάτοικος του Troms? επιδιώκοντας την απομόνωση και την έμπνευση.
23 Νοεμβρίου-jet lag
Είναι σχεδόν αδύνατον να συνηθίσουμε αυτό το περίεργο, ιδιότυπο «jet lag». Λέω ιδιότυπο γιατί δεν είναι τόσο η διαφορά ώρας με την Ελλάδα (σχεδόν αμελητέα διαφορά μιας ώρας) όσο η αίσθηση του χρόνου που είναι αδύνατον να διατηρήσουμε κατά την διάρκεια της ημέρας (ή καλύτερα της νύχτας). Το πρώτο φως εμφανίζεται πολύ δειλά γύρω στις 8 το πρωί. Και μετά; Μετά τίποτα. Χαράζει και χαράζει για ώρες. Στις 11 χαράζει ακόμα και η διαφορά με τρεις ώρες πριν είναι ελάχιστη. Έτσι κι αλλιώς ήλιος στον ουρανό δεν υπάρχει. Είναι κρυμμένος κάτω από τον ορίζοντα πίσω από τα χιονισμένα βουνά. Οι ανακλάσεις όμως πάνω στις βουνοκορφές βάφουν τα σύννεφα με ένα μουντό πορτοκαλοκόκκινο φως. Το θέαμα είναι πανέμορφο. Όμως αυτό το ατελείωτο, αέναο, επίπονο χάραμα με το βαθύ πορτοκαλί χρώμα, μας δίνει την αίσθηση ότι νυχτώνει. Τελικά γύρω στις 12 το μεσημέρι έχει γίνει πια μέρα. Όχι όμως για πολύ. Μετά τις 1 ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση. Αρχίζει να νυχτώνει. Ένα σούρουπο αργό. Μακρόσυρτο. Σχεδόν όσο και το χάραμα. Έχουμε πια ξεχάσει εάν είναι πρωί ή απόγευμα. Τρώμε για μεσημέρι πεπεισμένοι ότι είναι βράδυ και βιαζόμαστε να τελειώσουμε το φαΐ για να πάμε για ύπνο. Κοιτάζω το ρολόι μου. Είναι μόλις 2.30 μετά μεσημβρίας. Ετοιμάζουμε τα σύνεργα καταγραφής και αποτύπωσης για τις φωτογραφίες και τις ηχογραφήσεις. Η νύχτα μόλις άρχισε.
Τα βουνά γύρω απο το Troms? το σούρουπο.
Το 1990 ο Jenssen μαθαίνοντας για το επιστημονικό πείραμα Biosphere 2 SpaceStationProject, ένα σφραγισμένο, γιγάντιο θόλο στην έρημο της Αριζόνα, που προοριζόταν για να εξερευνήσει τις δυνατότητες ανάπτυξης αυτάρκων αποικιών στο διάστημα και να φιλοξενήσει ολόκληρες οικογένειες σε ένα απολύτως απομονωμένο περιβάλλον για χρόνια, αποφασίζει να υιοθετήσει το όνομα Biosphere σαν το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο. Ο σκοπός και ο στόχος του ερευνητικού αυτού πειράματος αντικατοπτρίζουν πλήρως το όραμα του Jenssen για ένα αυτάρκες κοσμικό ηχοσύστημα, μια προσωπική, εσωτερική, ηχητική βιόσφαιρα. Τα συστατικά του οικοσυστήματος της βιόσφαιρας αυτής θα αποτελούνταν από εύθραυστους περιβαλλοντολογικούς ήχους συνθέτοντας συγκλονιστικές, απόμακρες ambient ατμόσφαιρες, συνδυαζόμενες με παγερές, αδρανείς ηχητικές υφάνσεις, φευγαλέες εικόνες από συναρπαστικά φωνητικά κινηματογραφικά και ραδιοφωνικά δείγματα, στιλπνές αντηχήσεις υπόκωφων, δυσδιάκριτων σχεδόν ανεπαίσθητων ρυθμικών υπόηχων και βόμβων, και σκοτεινά επικαλυπτόμενα ηχοστρώματα χαμηλών συχνοτικών περιοχών. Ακόμα και για τους ακροατές που δεν ανήκουν στον απομονωμένο ηχητικό οικότυπο του Jenssen, η μουσική αυτή προβάλλει ένα φωτογραφικό κολάζ από κοσμικές εικόνες και ατμόσφαιρες ενός απόμακρου κόσμου με χιονισμένα τοπία, παγωμένα δάση, λαμπερά παγόβουνα, υγρούς ήχους και ρυθμούς που ορθώνονται στο χώρο σαν μεγάλα παγωμένα γλυπτά. Όλα αυτά τα στοιχεία σε μερικά χρόνια θα διαμόρφωναν τον περίφημο αρκτικό ήχο.