|
Color Field Painting - Ζωγραφική των Χρωματικών Πεδίων |
|
Συντάκτης: Ρουμπέκα Κατερίνα
|
|
Κυριακή, 06 Φεβρουάριος 2011 18:52 |
|
JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL Ο Arnason εντάσσει τον Ad Reinhardt σε μια υποκατηγορία του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού, στην Color Field Painting (Ζωγραφική των Χρωματικών Πεδίων). Τον όρο προτείνει ο Greenberg το 1960 για να χαρακτηρίσει την μετάβαση από τον πίνακα-παράθυρο στον μονόχρωμο πίνακα-πεδίο, δηλαδή σε μια κατηγορία αφηρημένης ζωγραφικής άλλης κλίμακας και με τάση επέκτασης στο άπειρο, εξαΰλωσης και κάλυψης ολόκληρου του οπτικού πεδίου του θεατή. Ο Clement Greenberg παρατηρεί σχετικά με την Color Field Painting ότι το σχήμα εγγυάται την καθαρότητα και την ένταση που απαιτείται για την υποβολή του ακαθόριστου χώρου. Το περισσότερο γαλάζιο, απλώς είναι πιο γαλάζιο από το λιγότερο γαλάζιο.
Ένα μείζον πρόβλημα στην ιστορία της τέχνης ήταν η ένταξη των καλλιτεχνών στη μία ή την άλλη τάση, καμιά φορά σε δύο ή και περισσότερες, που δεν έβρισκε σύμφωνους τους μελετητές. Ο Reinhardt, μια από τις φωτεινές προσωπικότητες της μεταπολεμικής αμερικανικής πρωτοπορίας, σε αντίθεση με πολλούς ομότεχνούς του, δεν γοητεύτηκε ούτε από τον Σουρεαλισμό, ούτε από την Action Painting. Αρχικά αριστερός γελοιογράφος, γνώρισε την απωανατολική, ινδική και αραβική τέχνη και στη δεκαετία του ?40 πειραματίστηκε στην Αφαίρεση με αφετηρία τον Mondrian.
Στις αρχές του ?50, που ο Αφηρημένος Εξπρεσιονισμός άρχιζε να κερδίζει την αναγνώριση, στράφηκε στην μονοχρωμία. Χρησιμοποιώντας κόκκινο, μπλε και μαύρο, εισάγει σταδιακά στα έργα του αμυδρά διαγραφόμενα συμμετρικά παραλληλόγραμμα, τετράγωνα ή σταυρούς και τα ενορχηστρώνει σε άλλους τόνους του ίδιου χρώματος, με μια τεχνική τελειότητα που συμπιέζει την παρουσία του εγώ, εξαλείφει κάθε ίχνος ατομικής γραφής και αποκλείει οποιονδήποτε συνειρμό. Καθώς το μάτι γλιστρά ανάμεσα στις ανεπαίσθητες αποχρώσεις των γεωμετρικών σχημάτων, σε μια επιφάνεια όχι με χρωματιστό φως, αλλά με χρώμα που εκπέμπει φως, αγγίζει την πεμπτουσία εννοιών όπως η αλλαγή και η σταθερότητα, η δράση και η αδράνεια.
Ad Reinhardt, "Άτιτλη σύνθεση αριθ. 104", 1954-1960
Η αντίληψη του Reinhardt για ένα αδιαίρετο απόλυτο χωρίς ανάσα, στυλ, χρόνο, ζωή, θάνατο και τέλος είναι ανάλογη. Τα μαύρα έργα του ?60 ωθούν την ζωγραφική πέρα από τα όριά της που μπορεί κανείς να σκεφτεί, να δει και να νιώσει. Δεν μας κατευθύνουν προς τον εξωτερικό κόσμο αλλά αντίθετα μας ωθούν προς τα πίσω, στον εαυτό μας. Ο ίδιος τα χαρακτήρισε ως τους πρώτους πίνακες που δεν μπορούν να παρεξηγηθούν, τον εαυτό του δημιουργό της τελευταίας ζωγραφιάς και συμπλήρωσε ότι η τέχνη είναι τέχνη ως τέχνη. Οτιδήποτε άλλο είναι οτιδήποτε άλλο. Η τέχνη ως τέχνη δεν είναι τίποτα εκτός από τέχνη. Τέχνη δεν είναι ότι δεν είναι τέχνη. Αυτή η αυστηρή και ασυμβίβαστη αφαίρεση, που με την άκρα καθαρότητά της αποκλείει την αίσθηση του διφορούμενου των πινάκων του Rothko, προφανώς δημιουργούσε ρήγμα στη συνοχή του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού, όμως πρόσφερε και μια διέξοδο. Το έργο του αποτέλεσε την γέφυρα μετάβασης από τον Αφηρημένο Εξπρεσιονισμό στην Minimal Art, αλλά και σε άλλες τάσεις της τέχνης του ?60 και ?70, όπως το Hard-Edge και η Conceptual Art.
Clyfford Still, "Ιούλιος 1945-R", 1945
Επίσης ο Greenberg χρησιμοποίησε τον όρο Color Field Painting επηρεασμένος από τους καλλιτέχνες Barnett Newman, Mark Rothko και Clyfford Still. Σε αυτούς το χρώμα απαλλαγμένο από τις εντοπιστικές και συνδετικές του λειτουργίες, αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία. Κινήθηκαν προς την κατεύθυνση της μονόχρωμης ή σχεδόν μονόχρωμης ζωγραφικής. Η λειτουργία του δεν είναι πια να διαφοροποιήσει από τον υπόλοιπο πίνακα ή να γεμίσει μια επιφάνεια ή ένα επίπεδο, συνηγορεί μόνο για τον εαυτό του. Σύμφωνα με την πρόταση του Matisse, κατά την οποία 1m2 κυανού είναι πιο κυανό από ένα cm2 του ίδιου χρώματος, η ένταση του χρώματος εξαρτάται από την έκτασή του και με τον τρόπο αυτό οι πίνακες περιλαμβάνουν μόνο έναν περιορισμένο αριθμό χρωμάτων, δύο ή τρία, που έχουν απλωθεί σχετικά ομοιόμορφα και απρόσωπα, προκειμένου να αποφεύγεται κάθε ανάγλυφο-ποίηση μάζας του χρώματος και της πινελιάς.
|