|
JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL
Ουίνσλοου Χόμερ
Στη φιλοσοφία ο όρος σημαίνει την αναγνώριση της υπάρξεως μιας πραγματικότητας έξω από τη σκέψη, ανεξάρτητη από τη νοητική μας δραστηριότητα. Η νόηση γνωρίζει την πραγματικότητα προσαρμοζόμενη σε αυτήν. Η αλήθεια είναι η συμφωνία της σκέψεως με την προϋποτιθέμενη πραγματικότητα. Αν αυτή η πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή ως κόσμος εμπειρικοφυσικός, ο ρεαλισμός μπορεί να συμπέσει με τον εμπειρισμό ή καλύτερα με τον υλισμό. Αλλά αυτή η πραγματικότητα μπορεί να μην είναι εμπειρικοφυσική. Είναι η περίπτωση του φιλοσοφικού ρεαλισμού, που αντιπροσωπεύεται ευρύτατα στη σχολαστική φιλοσοφία και αποδίδει μια αυθύπαρκτη πραγματικότητα στις γενικές αρχές, αντί να τις θεωρεί αφαιρέσεις της νοητικής μας ενέργειας. Στην τέχνη ο όρος ρεαλισμός χαρακτηρίζει τις κατευθύνσεις, εκείνες που τείνουν να απεικονίσουν την πραγματικότητα όσο το δυνατόν πιο πιστά, χωρίς φανταστικές απομακρύνσεις ή αυθαίρετες εξιδανικεύσεις. Αυτή η πιστότητα ή μίμηση κατά την αριστοτελική έννοια, δεν εννοείται ωστόσο γενικά ως απλή παθητική αναπαράσταση, αλλά αντίθετα ως δημιουργική ανασύνθεση των πιο ουσιαστικών και σημαντικών στοιχείων της πραγματικότητας. Στην πολιτική ο όρος σημαίνει μια γραμμή συμπεριφοράς εμπνευσμένη από την προσεκτική εκτίμηση των πραγματικών καταστάσεων και των αληθινών δυνάμεων, χωρίς συναισθηματισμούς και ιδεολογικούς οραματισμούς.
Γκυστάβ Κουρμπέ
Στην κριτική και στην ιστορία της τέχνης ονομάζεται συνήθως ρεαλισμός, ένα ορισμένο καλλιτεχνικό ρεύμα, που διαμορφώθηκε το 1848 στη Γαλλία από το ζωγράφο Γκυστάβ Κουρμπέ και πραγματοποίησε στη δεύτερη πεντηκονταετία του αιώνα μια βαθειά επανάσταση στους εκφραστικούς τρόπους και στις αντιλήψεις για την τέχνη. Αντίθετα από τον ιδεαλισμό των κλασικών και των ρομαντικών, που μόνο στα πλαίσια του ιστορικού και φιλολογικού θέματος νόμιζαν ότι μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τις καλλιτεχνικές τους επιδιώξεις, ο ρεαλισμός αντέταξε την αξία της αντικειμενικής πραγματικότητας ως καλλιτεχνικό θέμα ικανό να αντέξει την έλλειψη καλλωπισμού, διορθώσεως και εκ των προτέρων επιλογής και υποστήριξε με μεγάλη εριστική δύναμη την ανάγκη της παρουσιάσεως θεμάτων της σύγχρονης ζωής, δίνοντας θέση πρωταγωνιστή μέσα στα έργα τέχνης, ακόμα και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και εμφανίζοντας την καθημερινή τους ζωή.
Ζαν Μπατίστ Σιμεόν Σαρντέν
Από πλευράς μορφής, το ρεαλιστικό κίνημα απομακρύνθηκε από την ψυχρή τυπικότητα της ακαδημαϊκής σχολής και από την προτίμησή της για το σχέδιο και στράφηκε προς τις φωτοσκιαστικές αντιθέσεις, που προέκυπταν από την άμεση παρατήρηση του αληθινού, δηλαδή του φυσικού δεδομένου. Έτσι το ρεαλιστικό κίνημα εμπνεόταν συχνά από τη διδασκαλία των μεγάλων καλλιτεχνών του 17ου αιώνα, κυρίως Ολλανδών και Ισπανών, και από τη σειρά των πραγματιστών Γάλλων ζωγράφων που συμπεριλαμβάνει τους Λε Ναίν και τον Ζαν Μπατίστ Σιμεόν Σαρντέν. Το ενδιαφέρον, έστω και αρνητικό, για το ρεαλιστικό κίνημα οδήγησε στην αναζήτηση των πιο μακρινών προδρόμων του στην ιστορία της τέχνης, γιατί στην πραγματικότητα δεν αποτελεί καινοτομία. Μπορεί μάλιστα να ειπωθεί ότι συνειδητά ή ασυνείδητα συνοδεύει μόνιμα την επικράτηση του τρόπου που αισθάνεται και σκέπτεται η αστική τάξη στον μοντέρνο πολιτισμό.
Ονορέ Ντωμιέ
Οι δραματικοί σκιοφωτισμοί του Καραβάτσιο, η ρωπογραφία που τον 17ο αιώνα αναπτύσσεται γοργά στη Γαλλία, στην Ιταλία και ιδιαίτερα στην Ολλανδία, το ενδιαφέρον για την τοπιογραφία που δόξασε την ολλανδική σχολή, η προσωπογραφία, η νεκρή φύση, από τον Καραβάτσιο ως τον Φρανθίσκο Θουρμπαράν και τον Σαρντέν, η σειρά των λαϊκών θεμάτων της ισπανικής ζωγραφικής από τον Βελάσκεθ ως τον Μουρίλλιο, η ηθογραφία και η γελοιογραφία που αποκτούν τον 18ο αιώνα στην Αγγλία μεγάλη διάδοση, αποτελούν φαινόμενα κατά κάποιο τρόπο προδρομικά του ρεαλισμού. Κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να υποστηριχθεί και για το ισχυρό ενδιαφέρον για την πραγματικότητα ενός μεγάλου μέρους της φλαμανδικής ζωγραφικής του 15ου αιώνα, για την εξαιρετικά επιτυχημένη αφηγηματική διάθεση της ιταλικής ζωγραφικής της δεύτερης πεντηκονταετίας του 15ου αιώνα και των αποκαλουμένων ζωγράφων της πραγματικότητας της βορείου Ιταλίας κατά τον επόμενο αιώνα.
Ζακ Λουί Νταβίντ
|