|
JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL
Αυτοπροσωπογραφία
Φρανσίσκο Γκόγια ύ Λουθιέντες, Ισπανός ζωγράφος, σχεδιαστής και χαράκτης (Φουεντετόδος, Αραγωνία, 1746-Μπορντώ 1828). Τέταρτο παιδί του επιχρυσωτή Χοσέ και της Γκραθία Λουθιέντες, φοίτησε στο Κολλέγιο του Τάγματος των Ευαγών Σχολών της Σαραγόσας, όπου αργότερα έγινε μαθητής του ζωγράφου Χοσέ Λουθάν ύ Μαρτίνεθ. Το 1763 πηγαίνει στη Μαδρίτη, που μετά την άφιξη του Τιέπολο και του Ραφαέλ Μένγκς είχε γίνει καλλιτεχνικό κέντρο με μεγάλη ακτινοβολία. Εκεί συμμετέχει στο διαγωνισμό της Ακαδημίας του Αγίου Φερδινάνδου, αλλά δεν πετυχαίνει. Δοκιμάζει για δεύτερη φορά το 1766, με το ίδιο αποτέλεσμα. Λίγο καιρό μετά φεύγει για την Ιταλία, το 1770 βρίσκεται στη Ρώμη και το 1771 στη Πάρμα, από όπου στο τέλος εκείνου του χρόνου επιστρέφει στη Σαραγόσα. Μεταξύ Οκτωβρίου 1771 και Μαΐου 1772, φιλοτεχνεί τη νωπογραφία στο παρεκκλήσιο Πιλάρ του καθεδρικού ναού της Σαραγόσας. Τον Ιούνιο του 1772 έως τον Ιούλιο του 1773, φιλοτεχνεί άλλες νωπογραφίες του, που είναι σε άλλες εκκλησίες της πόλεως και των γειτονικών περιοχών.
Πρόγευμα στην όχθη του Μανθαναρές
Το 1774 ο Γκόγια βρίσκεται στη Μαδρίτη, εκεί, με την υποστήριξη του φίλου του Φραγκίσκου Μπαγιέ, γνωστού ζωγράφου, του οποίου είχε παντρευτεί την αδερφή του Χοσέφα τον προηγούμενο χρόνο, τα Ταπητουργικά Εργαστήρια της Σάντα Μπάρμπαρα του αναθέτουν να τους προμηθεύσει σχέδια για ταπισερί με κυνηγετικές σκηνές, είναι και τα πρώτα από τα 60 που θα προμηθεύσει ως το 1792. Η σειρά αυτή, που την εμπνέεται από τη λαϊκή ζωή της Ισπανίας, περιλαμβάνει πολλά ονομαστά έργα του Γκόγια, όπως, «Ο καυγάς στη Βέντα Νουέβα», «Η ομπρέλα» (1777), «Ο έμπορος κανατιών» (1786), «Ο τρύγος», «Ο πληγωμένος κτίστης», «Οι φτωχοί στη βρύση» (1786), «Το λιβάδι του Αγίου Ισιδώρου» (1788), «Η τυφλόμυγα» και «Ελ Πελέλε» (1791).
3η Μαΐου 1808
Στα χρόνια αυτά η φήμη του Γκόγια μεγαλώνει προ πάντων από το 1780, όταν η περίφημη Σταύρωση του Πράδο του ανοίγει της πύλες της Ακαδημίας. Από τις πολυάριθμες παραγγελίες πρέπει να αναφερθούν το ονομαστό «Κήρυγμα του Αγίου Βερναρδίνου», ζωγραφισμένο μεταξύ 1781 και 1784 για την εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου αλ Γκράντε στη Μαδρίτη, τα έξι έργα του για το εξοχικό σπίτι του δούκα Οσούνα (1787), από τα οποία τέσσερα, «Η κούνια», «Η επίθεση στην ταχυδρομική άμαξα», «Η πτώση» και «Το δέντρο της αφθονίας», φυλάσσονται στη συλλογή του δούκα ντι Μοντεγιάνο, και τα δύο έργα με γεγονότα από τη ζωή του Αγίου Φραγκίσκου ντι Μπόρχα (1788), στον καθεδρικό ναό της Βαλένθια. Αλλά και στον τομέα της προσωπογραφίας δουλεύει εντατικά, ανάμεσα σε πολλές ξεχωρίζουν οι προσωπογραφίες του κόμη ντι Φλορινταμπλάνκα (1783), του δούκα και της δούκισσας Οσούνα (1785), τα έξι πορτραίτα για την Τράπεζα του Σαν Κάρλος (1786-88), οι προσωπογραφίες του Μανουέλ Οσσόριο (1788) και της οικογένειας Οσούνα (1789). Το 1792 ο Γκόγια, στην πόλη Κάδιξ όπου βρίσκεται, προσβάλλεται από βαριά αρρώστια και μένει εντελώς κουφός, τη δουλειά του όμως δεν τη σταματά. Μερικές καταπληκτικές προσωπογραφίες των χρόνων που ακολούθησαν είναι, της ηθοποιού Λα Τιράνα (1794), του Φραγκίσκου Μπαγιέ (1795), οι δύο της δούκισσας της Άλμπα (1795) και η Αυτοπροσωπογραφία του (1815).Στην ίδια αυτή περίοδο θεωρούνται ότι ανήκουν και άλλα ονομαστά έργα της Ακαδημίας του Αγίου Φερδινάνδου, όπως, «Η κηδεία της Σαρδέλλας», «Το φρενοκομείο», «Η ταυρομαχία», «Το δικαστήριο της Ιεράς Εξετάσεως» και «Η λιτανεία των μαστιγωμένων».
Καπρίτσια
Η τελευταία δεκαετία του αιώνα έχει θεμελιώδη σημασία στην ιστορία της ζωγραφικής του Γκόγια. Οι τάσεις προς ένα όψιμο μπαρόκ που παρατηρούνται στα πρώτα έργα του, η επίδραση του νεοκλασικισμού του Μένγκς, τα διδάγματα της ισπανικής παραδόσεως και ιδιαίτερα του Βελάσκεθ, του οποίου πολλά έργα είχε χαράξει ο Γκόγια σε χαλκό ή σε πέτρα, οι επιδράσεις της ιταλικής τέχνης, η απήχηση της αγγλικής προσωπογραφίας του 18ου αιώνα, όλα αυτά συγκλίνουν και διαμορφώνονται σε ένα ύφος εξαιρετικά προσωπικό και γνήσια ρομαντικό. Είναι η περίοδος δύο μεγάλων δημιουργιών, των νωπογραφιών του Αγίου Αντωνίου της Φλόριντα με την εξαιρετική χρωματική ευαισθησία τους και των χαλκογραφιών της σειράς «Καπρίτσια» (1799), που συνθέτουν μια επιβλητική εικόνα της Ισπανίας του καιρού του, με όλες τις αντιθέσεις της, όπως την είδε εκείνος με τη διαύγεια ενός θιασώτη του διαφωτισμού. Στο 1798 ανάγεται και η ωραία προσωπογραφία του Γάλλου πρεσβευτή Γκιγιεμαρντέ, καθώς και οι έξι σκηνές γύρω από τη μαγεία, στις οποίες ανήκουν «Το θαυμαστό λυχνάρι» και ο «Τράγος», που ο Γκόγια τα είχε ζωγραφίσει για την οικογένεια Οσούνα.
2α Μαΐου 1808
Στις αρχές του καινούριου αιώνα, όταν ζωγραφίζει το ανελέητο πορτραίτο της οικογένειας του Καρόλου Δ' (1800), ο Γκόγια που από το 1799 είναι πρώτος ζωγράφος της αυλής, βρίσκεται στο κορύφωμα της ευημερίας του. Από εκείνη τη χρονιά όμως τα φιλελεύθερα αισθήματά του και η φιλία που τον συνδέει με εκπροσώπους του ισπανικού διαφωτισμού, όπως ο Μορατίν, ο Χοβεγιάνος, ο Μελέντεθ Βαλντές, αρχίζουν να τον αποξενώνουν από τις συμπάθειες της αυλής. Αρχίζει τότε μια περίοδος κρίσεως που καλύπτει ολόκληρο το ισπανικό κράτος και αντικαθρεπτίζεται στην τέχνη του Γκόγια. Μετά τις περίφημες προσωπογραφίες της κόμισσας ντε Τσιντσόν (1800), του κόμη και της κόμισσας Φερνάν Νουνιέθ (1803), της Δόνα Κόμπος ντε Πορθέλ (1805), της σενιόρα Σαμπάσα Γκαρθία (1808), που μαρτυρούν ότι εξακολουθεί να ασχολείται με τις συνηθισμένες παραγγελίες, ο πόλεμος και οι φρικαλεότητές του αποτελούν θέματα μερικών από τα ωραιότερα έργα του, όπως τα 83 χαρακτικά της σειράς «Οι συμφορές του πολέμου» (1808-1814), έντονη καταγγελία της βιαιότητας και της σκληρότητας του πολέμου και τα έργα «2 Μαΐου» και «3 Μαΐου» (1814), εμπνευσμένα από την εξέγερση της Μαδρίτης του 1808, που ανήκουν στα αριστουργήματα της ζωγραφικής όλων των εποχών.
Η ντυμένη Μάγια
Στην ίδια περίοδο ανήκει και μια ομάδα έργων, που μαζί με τα προηγούμενα είναι θεμελιώδη για τον προσδιορισμό της νέας ζωγραφικής γλώσσας και έχουν πανευρωπαϊκή απήχηση. Τα έργα αυτά είναι, «Η ντυμένη Μάγια» και «Η γυμνή Μάγια» (1801-1807), «Η νεροκουβαλήτρα» και «Ο ακονιστής» (1810), «Ο κολοσσός» (1810), «Το νοσοκομείο των πανουκλιασμένων» (1810), «Οι Μάγιας στο μπαλκόνι» (1810), «Το εργοστάσιο σφαιρών» και «Το μπαρουτάδικο στη Σιέρρα ντε Ταρντιέντα» (1811), δύο από τα λίγα έργα του Γκόγια όπου το τοπίο κατέχει θεματικά την πρώτη θέση. Οι διωγμοί του Φερδινάνδου Ζ' εναντίον των φιλελευθέρων μετά το τέλος του πολέμου απομάκρυναν όλο και περισσότερο τον Γκόγια από τη δημόσια ζωή. Από το 1819 ο μεγάλος ζωγράφος ζει αποτραβηγμένος στα περίχωρα της Μαδρίτης, σε ένα σπίτι που ο λαός το ονομάζει «Σπίτι του κουφού», ώσπου το 1824, επειδή φοβόταν μήπως συλληφθεί, κατάφερε να εγκαταλείψει την Ισπανία και να καταφύγει στη Γαλλία όπου εγκαταστάθηκε στο Μπορντώ, αφού προηγουμένως έμεινε λίγο στο Παρίσι.
Προσκύνημα στον Άγιο Ισίδωρο
Οι περίφημες νωπογραφίες, «μαύρες εικόνες» με τις οποίες ο Γκόγια είχε διακοσμήσει από το 1820 ως το 1822 τους τοίχους στο «Σπίτι του κουφού», που με τους συμβολικούς οραματισμούς τους βρίσκονται τόσο κοντά στις σύγχρονες τάσεις, αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα της καλλιτεχνικής του παραγωγής κατά τη χρονική αυτή περίοδο. Αλλά και έργα όπως τα χαρακτικά της σειράς «Ταυρομαχία» και της σειράς «Παράταιρα» που φιλοτέχνησε το 1819, αλλά δημοσιεύτηκαν το 1864 με τον τίτλο «Οι παροιμίες», οι πέντε λιθογραφίες της σειράς «Οι ταύροι του Μπορντώ» (1825), η αυτοπροσωπογραφία του Πράντο (1815), οι δύο πίνακες του Αγίου Αντωνίου των Ευαγών Σχολείων της Μαδρίτης του 1819, «Η τελευταία μετάληψη του Σαν Τζουζέππε Καλασανθίο» και «Ο Χριστός στο Όρος των Ελαιών» και «Η γαλατού του Μπορντώ» (1827), μαρτυρούν τη ζωτικότητα του Γκόγια στην τελευταία περίοδο της ζωής του.
Ο Κολοσσός
Στην ιστορία της ευρωπαϊκής ζωγραφικής ο Γκόγια ανοίγει ένα καινούριο κεφάλαιο. Με αυτόν η ζωγραφική ξεπερνά οριστικά τα αισθητικά ιδεώδη και την καθιερωμένη τεχνική του 18ου αιώνα, τόσο με τη μορφή, αποσπασματική και εμπρεσιονιστική, όσο και με το χρώμα, όπου χρησιμοποιεί τις αντιθέσεις παρά τις διαβαθμίσεις, αλλά και με το καινούριο ανθρώπινο περιεχόμενό της, που εξηγείται μόνο με το καινούριο όραμα της ζωής, γεννημένο με τη φιλοσοφία του διαφωτισμού και τη Γαλλική Επανάσταση. Και είναι σημαντική η διαπίστωση ότι ακριβώς στην εξέλιξη της γαλλικής ζωγραφικής του 19ου αιώνα, βρίσκουμε την πιο βαθειά απήχηση του έργου του Γκόγια.
Η μαρκησία ντε Ποντέχος
Η προσωπογραφία της Μαρκησίας του Ποντέχος εκτελέστηκε από τον Γκόγια το 1787. Το πιο εκπληκτικό στο μοναδικό αυτό πορτραίτο είναι ότι ο υπερβολικός στολισμός, δαντέλες, λουλούδια, φιόγκοι, κορδέλες, όχι μόνο δε ζημιώνει την μικροκαμωμένη, λεπτή και αλύγιστη παρουσία, αλλά απεναντίας απλώνεται πάνω της με μια αέρινη ελαφρότητα και μια ξεχωριστή χάρη. Τα μπράτσα που ανοίγονται, από τον πλατύ κορσέ και τα πόδια που μόλις σμίγουν αρθρώνουν το μοντέλο σε γωνιώδεις μηχανικές κινήσεις και το κρατούν σε ασταθή ισορροπία, δίνοντάς του έτσι μια στάση ανάμεσα στην ιερατική απόσταση και στην έλλειψη της ανέσεως, που κρύβεται κάτω από μια αγέρωχη επιφάνεια. Ο Γκόγια τοποθέτησε αυτή τη συνταρακτική και εύθραυστη παρουσία σε ένα τοπιογραφικό φόντο που μόλις υποβάλλεται με πλατιές κηλίδες σκιάς και με το απλωτό γαλαζοπράσινο των ελαφρών φυλλωμάτων. Το τοπίο είναι μια παύση στη βαθμιαία εξασθένηση των πολύτιμων χρωμάτων, που μέσα από το μοντέλο δένουν το επάνω μέρος του πίνακα με το λεπτότατο ανθισμένο έδαφος. Το κομμάτι του ουρανού με τις ανταύγειες φαίνεται να αντιφεγγίζει πάνω στο γκρίζο φόντο του φορέματος, σε ένα παιχνίδι από ασημένια φώτα, αποχρώσεις ρόδινες και γαλάζιες.
Η κηδεία της σαρδέλλας
|