|
JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL
Ο Πωλ Γκωγκέν (1848-1903), με καταγωγή από Ισπανούς αποίκους στη Λατινική Αμερική, γεννήθηκε στο Παρίσι αλλά πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Λίμα (Περού). Σπούδασε στην Ορλεάνη της Γαλλίας και αμέσως μετά ταξίδεψε ανά τον κόσμο με εμπορικά πλοία και αργότερα με το Γαλλικό Ναυτικό για ένα διάστημα περίπου έξι ετών. Επέστρεψε στη Γαλλία το 1870, όπου και εργάστηκε ως βοηθός χρηματιστή.
Εγκατέλειψε την καριέρα του ως χρηματιστής το 1883 για να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Ως το 1886, οπότε εγκαταστάθηκε και αυτός στη Βρετάνη, είχε εκθέσει ήδη 2 φορές με τους Ιμπρεσιονιστές. Όμως, οι εικαστικές καινοτομίες του Μπερνάρ τον απελευθέρωσαν οριστικά απ? τις ιμπρεσιονιστικές επιρροές και του επέτρεψαν να ζωγραφίσει πίνακες στους οποίους κυριαρχούν τα όνειρα και οι αναμνήσεις. Παρόλο που Γκωγκέν είχε σίγουρα παρακολουθήσει κάποια πανηγύρια στα χωριά της Βρετάνης κι είχε επηρεαστεί απ? το θέαμα πριν ζωγραφίσει την Οπτασία μετά το κήρυγμα (1888), εδώ, βρισκόμαστε ουσιαστικά μπροστά στην απεικόνιση και ερμηνεία με εικαστικούς όρους μιας εξωπραγματικής, φανταστικής σκηνής.
Απ? τις πρώτες ματιές μπορεί κανείς να υποθέσει ότι αποτυπώνεται τόσο μια εξωτερική όσο και μια εσωτερική εμπειρία (ο παππάς, οι χωρικοί, αλλά και η ανάμνηση του κηρύγματος που μόλις έχει ακούσει για τον Ιακώβ και την πάλη του με τον άγγελο). Στην ουσία όμως πρόκειται για μια διπλή «οπτασία»: το θρησκευτικό όραμα των γυναικών της Βρετάνης συνδυάζεται με το όραμα της φαντασίας του καλλιτέχνη, που περιλαμβάνει όχι μόνο τη φυσική τους παρουσία και υπόσταση, αλλά και τη δύναμη της πίστης τους.
Gauguin. Η οπτασία μετά το κήρυγμα, 1888
Τους συμβολιστικούς και εκφραστικούς στόχους του Γκωγκέν τους συμμεριζόταν και ο Ολλανδός Βαν Γκογκ, για τον οποίο η τέχνη ήταν ένα μέσο προσωπικής πνευματικής λύτρωσης. Ο Βαν Γκογκ είχε μεγάλη ανάγκη για συντροφιά και ονειρευόταν μια αδελφότητα καλλιτεχνών σαν εκείνη που είχαν ιδρύσει οι Προραφαηλήτες στην Αγγλία κι έπεισε τον Γκωγκέν να πάει κι αυτός στην Άρλ. Σαν άνθρωπος, ο Γκωγκέν, ήταν πολύ διαφορετικός από τον Βαν Γκογκ. Δεν είχε ούτε την ταπεινοφροσύνη ούτε την αίσθηση της αποστολής που είχε εκείνος. Αντίθετα ήταν περήφανος και φιλόδοξος. Υπήρχαν ωστόσο μερικά σημεία επαφής μεταξύ τους. Όπως ο Βαν Γκογκ έτσι και ο Γκωγκέν άρχισε να ζωγραφίζει συγκριτικά αργά και ήταν και αυτός σχεδόν αυτοδίδακτος.
Τόσο για το Γκωγκέν όσο και για το Βαν Γκογκ, η άποψη ότι η τέχνη είναι μια νέα θρησκεία, ένας τρόπος ζωής στον οποίο πρέπει να δοθεί ολόψυχα ο καλλιτέχνης, αποτελούσε βαθιά πεποίθηση. Η φιλία τους όμως τέλειωσε τραγικά. Ο Βαν Γκογκ σ? ένα παροξυσμό τρέλας επιτέθηκε στον Γκωγκέν, που τον άφησε και έφυγε τρομαγμένος από το Παρίσι.
Δύο χρόνια αργότερα, το 1891, ο Γκωγκέν εγκατέλειψε την Ευρώπη και πήγε σ? ένα απ? τα μυθικά νησιά του Ν. Ειρηνικού, την Ταϊτή, αναζητώντας την απλή ζωή. Κι? αυτό γιατί πίστευε όλο και περισσότερο πως η τέχνη κινδύνευε να γίνει ανειλικρινής κι επιπόλαιη και πως όλη η ευφυΐα και η γνώση που είχαν σιγά σιγά μαζευτεί στην Ευρώπη στερούσαν τον άνθρωπο από το μεγαλύτερο δώρο ? τη δύναμη και την ένταση του συναισθήματος και τον άμεσο τρόπο έκφρασης.
Στην αρχή μελέτησε τη λαϊκή τέχνη, αλλά αυτή δεν τον κράτησε πολύ. Αισθανόταν την ανάγκη να φύγει απ? την Ευρώπη και να ζήσει ανάμεσα στους ιθαγενής στις νότιες θάλασσες, σαν ιθαγενής κι? αυτός, για να βρει τη σωτηρία του. Τα έργα που έφερε από την Ταϊτή προβλημάτισαν ακόμα και κάποιους απ? τους παλιούς του φίλους. Τόσο ήταν άγρια και πρωτόγονα! Αυτό όμως ακριβώς επιζητούσε ο Γκωγκέν. Ήταν περήφανος που τον έλεγαν «Βάρβαρο». Ακόμα και τα χρώματα και το σχέδιο του έπρεπε να είναι «Βάρβαρα» για να δικαιώσουν την ομορφιά των αγνών παιδιών της φύσης που έμαθε να θαυμάζει στην Ταϊτή.
Gauguin.Τe Rerioa (ονειροπόληση μέρα μεσημέρι), 1897
Κοιτάζοντας σήμερα ένα από αυτά τα έργα, όπως το Te Reriroa (1897) (ονειροπόληση μέρα μεσημέρι), πιθανόν αν μην μπορέσουμε να συλλάβουμε ξανά αυτή τη διάθεση. Κι όμως δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως ο Γκωγκέν άγγιξε μια νέα χορδή. Δεν είναι μόνο η θεματολογία στα έργα του που είναι παράξενη κι εξωτική. Προσπάθησε να μπει στο πνεύμα των ιθαγενών και να κοιτάξει τον κόσμο όπως εκείνοι. Μελέτησε τις μεθόδους των ντόπιων τεχνιτών και συχνά έβαζε στα έργα του αναπαραστάσεις από τα έργα τους.
Προσπάθησε να εναρμονίσει τα δικά του πορτρέτα των ντόπιων με αυτή την «πρωτόγονη» τέχνη κι έτσι απλοποίησε τα περιγράμματα των μορφών και δε δίστασε να χρησιμοποιεί μεγάλες επιφάνειες με ζωηρά χρώματα. Αντίθετα με το Σεζάν, δεν το ένοιαζε αν αυτές οι απλοποιημένες φόρμες και οι χρωματικές συνθέσεις έκαναν τις εικόνες του να μοιάζουν επίπεδες. Αγνόησε πρόθυμα τα προαιώνια προβλήματα της δυτικής τέχνης, γιατί έτσι θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα τον αμόλυντο δυναμισμό των παιδιών της φύσης.
|