|
JPAGE_CURRENT_OF_TOTAL
Ο Έλληνας τενόρος Ζάχος Τερζάκης έχει ήδη συμπληρώσει 33 χρόνια καριέρας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ερμηνεύοντας πάνω από 60 πρωταγωνιστικούς ρόλους όπερας σε περισσότερες από 6 γλώσσες και στο ρεπερτόριο του περιλαμβάνονται πλέον των 80 κονσέρτων. Συνολικά έχει πραγματοποιήσει πάνω από 2000 εμφανίσεις παγκοσμίως.
Ο Ζάχος Τερζάκης με τη μεγαλύτερη διεθνή καριέρα, ο δάσκαλος, ο επιστήμονας και φιλόσοφος, σε μια συνέντευξη με τον Αχιλλέα Παπαδιονυσίου.
- Πείτε μας από πότε πήρατε το ερέθισμα να ασχοληθείτε με την μουσική, τι σας άρεσε πάνω σε αυτό κι αν υπήρχε οικογενειακή παράδοση.
Λένε ότι πρώτα τραγούδησα και μετά μίλησα. Η μουσική είναι κάτι που υπάρχει στον άνθρωπο έμφυτα, σε άλλον λιγότερο, σε άλλον περισσότερο. Όπως όμως με ένα φυτό χρειάζεται να το ποτίσεις, να το κλαδέψεις, να το προστατέψεις. Άλλο είναι καλλωπιστικό και βγάζει άνθη, άλλο είναι δέντρο και περιμένουμε να βγάλει καρπούς .
Στα νηπιακά μου ήδη χρόνια μου δώρισαν ένα βιολί. Το θυμάμαι κάπως σαν σε όνειρο. Ενώ λοιπόν είχα τόσα άλλα παιχνίδια, με απασχολούσε περισσότερο το βιολί. Έπαιζα λένε και παθιαζόμουν εκεί με τις ώρες. Τώρα τι ήχο θα μπορούσε να βγάλει ένα βιολί στα χέρια ενός νηπίου, καλύτερα να μην τον ακούσω! Έτσι, οι γονείς μου μόλις είδαν αυτό το πάθος μου φοβήθηκαν και είπαν: «Το παιδί μας μπορεί να γίνει μουσικός! Προς Θεού, πάρτε του το βιολί!» Μου το πήραν και εγώ το έψαχνα κλαίγοντας, χωρίς να μπορέσω να το ξαναβρώ. Ήταν η πρώτη άρνηση από το οικογενειακό μου περιβάλλον. Θα ακολουθούσαν και άλλες πολλές?
Αργότερα στο δημοτικό σχολείο, θα ήμουνα οκτώ ετών, είχα παθιαστεί με ένα ακορντεόν. «Αν το πάρεις φέτος με δέκα, θα σου το αγοράσουμε», μου υποσχέθηκαν οι γονείς μου. Ήταν ακόμα Οκτώβριος και άρχισα να πλευρίζω τον δάσκαλο: «Κύριε, με πόσο θα το πάρω φέτος;» Παραξενεμένος με την άκαιρη ερώτησή μου, απάντησε, πως ακόμα δεν άρχισε η σχολική χρονιά και πως είναι αδύνατον να προβλέψει τις επιδόσεις μου. Αλλά γιατί του έκανα αυτήν την ερώτηση; «Ξέρετε», του αποκρίθηκα, «αν είναι να πάρω εννέα, βάλτε μου σας παρακαλώ δέκα και του χρόνου θα εργαστώ για έντεκα!»
Η απορία του για το πρωτότυπο αυτό παζάρι ικανοποιήθηκε, όταν του εξομολογήθηκα το «βραβείο» που με περιμένει. Ο αείμνηστος ήρθε αμέσως σε επικοινωνία με τους γονείς μου και τους παρότρυνε να μου πάρουν αμέσως ένα ακορντεόν. Μια νεαρή δασκάλα στη γειτονιά μου έμαθε τις πρώτες μου νότες και άρχισα να παίζω μουσική στις σχολικές εκδηλώσεις, διασκεδάζοντας τις παρέες σε διάφορα πάρτυ, χορούς και εκδρομές: «Ελάτε, έλεγαν, θα είναι κι ο Ζάχος με το ακορντεόν του!»
Το επόμενο βήμα ήταν στο γυμνάσιο με μια κιθάρα. Ήμουν τότε στα δεκαπέντε μου και στο μεσουράνημα της εποχής των Beatles. Κάθε γειτονιά είχε τότε και το δικό της μουσικό συγκρότημα. Ήταν η εποχή που οι τελευταίες σελίδες των τετραδίων μου ήταν γεμάτες από έξι παράλληλες γραμμές (οι χορδές της κιθάρας), που τις έτεμναν κάθετα τα διαστήματα (τάστα). Όταν λοιπόν το μάθημα ήταν βαρετό, εγώ έλυνα ασκήσεις συγχορδιών στο τετράδιό μου: Για να ακουστεί η συγχορδία ντο μείζονα, δηλαδή ντο-μι-σολ, θα πρέπει στην κιθάρα να αφήσω την πρώτη χορδή μι ανοικτή, τη δεύτερη χορδή λα θα την ανεβάσω τρία ημιτόνια για να γίνει ντο, άρα στο τρίτο διάστημα κλπ. Έγινα ένας αυτοδίδακτος κιθαρίστας, με γνώσεις που υπερεπαρκούσαν για να παίξω σχεδόν τα πάντα. Όταν όμως λίγο αργότερα άκουσα να παίζουν κλασική κιθάρα, με έπιασε ντροπή και κατάθλιψη για το μέγεθος της άγνοιάς μου και τον υπερφίαλο ερασιτεχνισμό μου. Χρόνος όμως για επισταμένες σπουδές δεν υπήρχε, ούτε και ενθάρρυνση από την οικογένεια.
Σιγά-σιγά μπήκα μόνος μου στον κόσμο της μουσικής, που γέμιζε όλες σχεδόν τις ελεύθερες ώρες μου. Άρχισα να παίζω πιάνο, μαντολίνο σε μαντολινάτες, μπάντζο, κόντρα μπάσο, τρομπέτα κα. Συμμετείχα σε συγκροτήματα, σε χορωδίες και λοιπά μουσικά σχήματα, μαθαίνοντας μέσα από ζωντανές εμπειρίες. Αυτό το «τραγικά αυτοδίδακτοι» του Σεφέρη, με κυνηγούσε σε όλη μου τη πορεία.
Στα γενέθλια των 16 χρόνων μου, κάποιος μου είχε δωρίσει ένα δίσκο βινυλίου LP με αποσπάσματα από τον «Μεσσία» του Χαίντελ. Μέχρι τότε είχα ελάχιστη επαφή με Ορατόρια και Όπερες. Βάζω τον δίσκο στο γραμμόφωνο και ακούω τον τενόρο να τραγουδά αυτές τις ατέλειωτες κολορατούρες. Εντυπωσιάστηκα. Πώς δεν σκάει; Πώς μπορεί να τραγουδάει κανείς τόσο μεγάλες φράσεις, χωρίς να αναπνέει ενδιάμεσα;
Στο σπίτι είμαστε δύο αγόρια και μαζί με το πατέρα μας, για να βοηθάμε τη μητέρα μας στο νοικοκυριό, είχαμε αποδεχτεί έναν καταμερισμό εργασιών. Εγώ είχα αναλάβει μεταξύ των άλλων και το σφουγγάρισμα της εσωτερικής μαρμάρινης σκάλας του σπιτιού με τα κλιμακοστάσια. Ο χώρος αυτός με την εκκωφαντική αντήχησή του, ήταν κατά την αντίληψή μου τότε, ιδανικός για τραγούδι. Έκανα και εγώ δεν ξέρω πόσες ώρες κάθε φορά για να σφουγγαρίσω τη σκάλα. Προσπαθούσα να τραγουδήσω αυτή την κολορατούρα από τον Μεσσία με μία αναπνοή, αλλά δεν έβγαινε με τίποτα. Σκαλάκι και προσπάθεια. Σταδιακά όμως και μέχρι να πάω στο Πανεπιστήμιο το είχα επί τέλους κατορθώσει.
Στη χορωδία του Πανεπιστημίου, σε κάποιο διάλειμμα των δοκιμών, παίζοντας πιάνο στην παρέα, λέω «και τώρα θα σας τραγουδήσω την πρώτη άρια του τενόρου από τον «Μεσσία» του Χαίντελ. Κάθομαι στο πιάνο και χωρίς νότες, παίζω με το αυτί και τραγουδάω την άρια με τις κολορατούρες, αφήνοντας έκπληκτη την παρέα.
Εκεί ακριβώς ξεκινάει η ιστορία με το κλασσικό τραγούδι, όταν ένας συμφοιτητής μου στο Φυσιογνωστικό και αργότερα επιστήθιος φίλος μου Γιώργος Κωστάντζος, με παροτρύνει να πάω στο Ωδείο, όπου δίνουν υποτροφίες για τραγούδι. Εμείς βέβαια τότε δεν προλαβαίναμε να παρακολουθούμε τις παραδόσεις και τα εργαστήρια της Σχολής, πόσο μάλλον να τρέχουμε σε Ωδεία. Τέλος πάντων κατορθώνει με χίλια ζόρια να με πείσει, τραβώντας με κυριολεκτικά από το χέρι και με πηγαίνει στο Ωδείο. Εκεί δίδασκε η αείμνηστη Ναυσικά Βουτυρά-Κυριακοπούλου. Με καλωσόρισε και μου έκανε κάποιες φωνητικές ασκήσεις. Δεν ξέρω γιατί, αλλά τα έβρισκα όλα εκεί μέσα παράξενα, με πιάσανε τα γέλια και προσπαθούσα με κόπο να τα πνίξω, για να μην προσβάλλω τη δασκάλα. Έτσι, έδωσα άθελά μου ψηλές νότες, που δεν τις είχα ποτέ πριν. Αναγκάστηκα να τραγουδήσω και πάλι την άρια από τον «Μεσσία», μιας και δεν ήξερα τίποτε άλλο, και πήρα την υποτροφία.
Βλέπετε λοιπόν, ένα εντελώς απρόσμενο ξεκίνημα. Βρίσκομαι κάπου, ανοίγεται ξαφνικά μια νέα και μέχρι τότε άγνωστη για μένα πόρτα και πορεύομαι παράλληλα, χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιήσω, σε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο?

- Τελικά γίνατε μουσικός παρ' όλο που οι γονείς σας δεν ήθελαν να ασχοληθείτε με την μουσική.
Για να πω την αλήθεια και εγώ ο ίδιος δεν το φανταζόμουν ποτέ, ότι θα έκανα τέτοια καριέρα. Η μουσική ήταν αναμφίβολα μέσα στο αίμα μου, αλλά η επαγγελματική πορεία μου στο τραγούδι ήταν εντελώς απροσδόκητη, πέρα από κάθε προγραμματισμό και ουδέποτε αποτελούσε, έστω και εν μέρει, στόχο στη ζωή μου. Είχα επιτύχει με υποτροφία του Ι.Κ.Υ. στο Φυσιογνωστικό Τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο και τελείωσα, με βαρύτητα ενδιαφερόντων στη Γεωλογία. Παράλληλα ήμουν σπηλαιολόγος, ενώ έκανα και κάποιες σπουδές Θεολογίας, σε θερινά τμήματα στο Πανεπιστήμιο της Ουαλίας.
Ξέρετε, όπως αλλάζει η ιστορία της ανθρωπότητας, έτσι περίπου σε μικρογραφία νομίζω ότι κυλάει σε μικρογραφία και η ιστορία της ζωής ενός ανθρώπου. Περνάμε από διάφορες κοσμοθεωρίες και φιλοσοφικές αναζητήσεις, από το ρομαντικό στάδιο στην αμφισβήτηση, την επανάσταση κλπ. Την εποχή λοιπόν εκείνη, ζούσα έντονα μέσα μου τη φάση, ας πούμε, του Ουμανισμού. Μελετούσα με ζήλο την Αγία Γραφή και βίωνα έντονα την πίστη μου στον Ιησού Χριστό, ερευνώντας σε βάθος και εκτός των πλαισίων της παραδοσιακής μας Ορθοδοξίας, τις δοξασίες άλλων χριστιανικών ομολογιών. Θεωρούσα καθήκον μου να γίνω ιεραπόστολος, έχοντας πρότυπα ανθρώπους σαν τον Albert Schweizer: Μουσική, Επιστήμη, Αποστολή, Ανθρωπιστική Υπηρεσία. Στον πυρετό της αναζήτησης, άρχισα να ενδιαφέρομαι για τη Ιατρική, την οποία βρέθηκα αργότερα να σπουδάζω στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, την Ψυχολογία, τη Μουσική Θεραπεία και διάφορους άλλους κλάδους του επιστητού, που την εποχή εκείνη έμοιαζαν εντελώς ασύμβατοι μεταξύ τους.
Εν τω μεταξύ είχα τελειώσει και τις σπουδές του κλασικού τραγουδιού, με άριστα παμψηφεί και χρυσό μετάλλιο. Η δασκάλα μου είπε να συμμετάσχω στον διαγωνισμό για την υποτροφία Μαρία Κάλας. Ήθελε να δείξει στο αθηναϊκό κόσμο της μουσικής τι μαθητή είχε και τι σπουδαίο τραγουδιστή έφτιαξε. Αναγκάζομαι να δεχτώ, μιας και επρόκειτο για ηθική υποχρέωση, ένα είδος αποπληρωμής της υποτροφίας μου! Την εποχή εκείνη, Φεβρουάριος του 1976, υπηρετούσα ακόμα την θητεία μου σαν έφεδρος αξιωματικός του πυροβολικού και εκπαιδευτής στο Μεγάλο Πεύκο. Ήμασταν, θυμάμαι, πάνω στα βουνά σε μια νυχτερινή άσκηση, φωνάζοντας δυνατά τις διαταγές μέσα στο κρύο και την υγρασία. Την άλλη μέρα το πρωί, ενώ οι άλλοι υποψήφιοι έτρεμαν από το τρακ, παρουσιάζομαι άνετος, ψυχρός και θρασύς, συμμετέχω στον διαγωνισμό και παίρνω αυτό το βραβείο-υποτροφία μαζί με άλλους δυο.
Το αστείο είναι ότι παραιτήθηκα αμέσως λέγοντας: «Σας ευχαριστώ, δεν με ενδιαφέρει η υποτροφία, γιατί δεν πρόκειται να την χρησιμοποιήσω. Ας την πάρει ο πρώτος επιλαχών. Η συμμετοχή μου στον διαγωνισμό αυτό ήταν για την ικανοποίηση της δασκάλας μου». Από την επιτροπή του διαγωνισμού θυμάμαι μεταξύ των άλλων τους κ.κ. Χρήστο Λαμπράκη, Άρντα Μαντικιάν και τον αείμνηστο μαέστρο Δημήτρη Χωραφά, διευθυντή τότε της Λυρικής Σκηνής και πατέρα του γνωστού μας ηθοποιού Γιώργου Χωραφά, ο οποίος εξέφρασε άμεσα την επιθυμία του να με προσλάβει ως σολίστ στη Λυρική Σκηνή. Του απάντησα ευγενικά: «Σας ευχαριστώ, είναι τιμή για μένα αλλά έχω άλλα ενδιαφέροντα». Τότε ακριβώς τελείωνα και τη στρατιωτική μου θητεία και είχα αρχίσει να εργάζομαι στην έδρα Γεωλογίας του Ε.Μ. Πολυτεχνείου για το διδακτορικό μου στην Υδρογεωλογία-Γεωθερμία.
«Μα τι είναι αυτά που μου λες! Εγώ σε χρειάζομαι μόνο για 10 με 15 παραστάσεις τη σαιζόν. Έχεις όλο τον ελεύθερο χρόνο να κάνεις παράλληλα ότι θέλεις!» Αυτά μου αντέτεινε και έτσι έγινα σολίστ στη Λυρική, για τρία χρόνια, από το 1976 μέχρι το 1979, ενώ παράλληλα σπούδαζα διάφορα άλλα πράγματα.
Είναι μια ιστορία που δυσκολεύομαι να πιστέψω κοιτάζοντας την ζωή μου πίσω. Η ευκολία που συνέβηκαν όλα αυτά. Η καριέρα μου στο τραγούδι ήταν σαν ένα στρωμένο χαλί, που έπρεπε απλά να περπατήσω πάνω του, χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια.
- Πως μετά ξεφύγατε από τις σπουδές και της ιατρικής και της θεολογίας, εννοώ πως δεν τις ακολουθήσατε;
Συνέχισα να κάνω το διδακτορικό μου στη Γεωλογία. Τραγουδούσα 10 το πολύ 15 παραστάσεις τον χρόνο και είχα τότε ένα μισθό από τη Λυρική σχεδόν διπλάσιο από τον μισθό ενός καθηγητή γυμνασίου. Την πρώτη χρονιά, άρχισα με τον πρώτο ρόλο μου (ντεμπούτο) σαν δεσμοφύλακας και ιεροεξεταστής στον «Φυλακισμένο» του Luigi Dallapiccola, με μαέστρο τον Θόδωρο Αντωνίου. Ένα έργο μοντέρνο δωδεκαφθογγικό, εξαιρετικά δύσκολο για αρχάριο της Όπερας. Τα κατάφερα με επιτυχία. Αμέσως μετά τραγούδησα τον Alfredo στην «Traviata» του Giuseppe Verdi. Ήταν τότε που άρχισε να συζητιέται το όνομά μου στους κύκλους των φίλων της Όπερας. Ακολουθεί ο Μαγκτώφ στον «Πρόξενο» του Gian Carlo Menotti, με μαέστρο τον αείμνηστο Βύρωνα Κολάση. Τον ρόλο αυτό του Μάγου Νικήτα Μαγκτώφ αναγκάστηκα να τον μάθω σε μόλις τρεις ημέρες, για να αντικαταστήσω τον αείμνηστο Μιχάλη Χελιώτη, που είχε πάθει ξαφνικά κάποιο ατύχημα και βρισκόταν στο νοσοκομείο. Έτσι με την γρήγορη εκμάθηση και τις επιτυχημένες παραστάσεις, ανέβηκαν οι μετοχές μου στη Λυρική. Ένα μήνα αργότερα τραγούδησα την πρώτη μου επίσημη πρεμιέρα σαν Γρηγόρης- Ψευτοδημήτρης στο «Boris Godunov» του Modest Mussorgsky και στη Θεσσαλονίκη τον Pinkerton στη πρώτη «Butterfly» μου με την καταπληκτική Ζανέτ Πηλού και με διευθυντή ορχήστρας τον Δημήτρη Χωραφά. Αυτή ήταν η πρώτη μου σαιζόν στη Λυρική Σκηνή, που έκλεισε με τον ρόλο του Dancairo στη «Carmen» του Bizet στο Ηρώδειο, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών.
Εν τω μεταξύ, σημαντική ήταν και η γνωριμία μου με τον Μάνο Χατζιδάκι, με τον οποίο την δεύτερη χρονιά στήσαμε το «Mahagony» των Bertold Brecht και Kurt Weil. Οι δοκιμές είχαν μια ανεπανάληπτα δημιουργική ατμόσφαιρα. Η σκηνοθεσία ήταν του αείμνηστου Μίνου Βολανάκη. Είχα τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Τζίμη Μάχονυ. Συμπρωταγωνιστούσαν μαζί μου η Κική Μορφωνιού, ο Δημήτρης Καβράκος, η Βάσω Παπαντωνίου, ο Μιχάλης Χελιώτης, ο Ανδρέας Κουλουμπής, ο Θέμις Σερμιέ, ο Δημήτρης Στεφάνου και άλλοι. Την τελευταία στιγμή όμως ο Μάνος δεν το διηύθυνε και φέρανε τον Γερμανό μαέστρο Hans-Werner Pintgen. Εκείνος όταν με άκουσε βρήκε την ευκαιρία και με ρώτησε:
«Τι κάνεις εσύ εδώ;»
Το διδακτορικό μου στο Πολυτεχνείο είχε μείνει στάσιμο, για λόγους που ήταν εκτός των πλαισίων των δικών μου δυνατοτήτων. Ήταν μια εμπεριστατωμένη μελέτη, που καθοδηγούσε με πολλή αγάπη ο αείμνηστος καθηγητής γεωλογίας Στέλιος-Σάββας Αυγουστίδης και αφορούσε την γεωθερμική ενέργεια της περιοχής του Στρυμώνα, σε συνδυασμό με τις θερμές πηγές του Αγκίστρου, του Σιδηροκάστρου, της Νιγρίτας κλπ, τα εσβεσμένα ηφαίστεια της λεκάνης των Σερρών και τα αρτεσιανά φρέατα, απ? όπου αναβλύζει ζεστό νερό. Οι αναλύσεις μου με τα χημικά γεωθερμόμετρα υπελόγιζαν μια θεωρητική θερμοκρασία βάθους της τάξης των 400 βαθμών Κελσίου! Το θέμα, που έχει άμεση σχέση με το ενεργειακό πρόβλημα, ήταν και παραμένει «αγκάθι» για τα πολιτικο-οικονομικά δεδομένα της χώρας μας και τις διεθνείς της εξαρτήσεις. Αργότερα έμαθα, ότι δια νόμου απαγορεύτηκαν οι γεωτρήσεις στη περιοχή και ότι πρέπει να τσιμεντώνεται όποια βγάζει ζεστό νερό! Αυτή όμως είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία, θέμα μιας άλλης συνέντευξης!
Στο μεταξύ, απογοητευμένος από την εγκληματική αδιαφορία των ιθυνόντων και για να αξιοποιήσω τον ελεύθερο χρόνο μου, έδωσα ειδικές εισαγωγικές εξετάσεις, σαν ήδη πτυχιούχος του Φυσιογνωστικού και μπήκα στο δεύτερο έτος της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. Στόχος μου πάλι η «ιεραποστολή» και η προσφορά μου στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου!
Απαντώ λοιπόν στον γερμανό μαέστρο:
«Τραγουδώ εδώ στη Λυρική, αλλά συγχρόνως σπουδάζω ιατρική.»
«Γιατί δεν έρχεσαι και στην Γερμανία να τραγουδήσεις;» μου λέει.
«Μα, δεν ξέρω γερμανικά» του απαντώ.
«Να μάθεις!» με κατακεραύνωσε.
Σκέφτηκα: Δεν πάω στην Γερμανία να μάθω γερμανικά για να υποβάλλω και το «παγωμένο» διδακτορικό μου στο Πολυτεχνείο του Aachen. Είχα ήδη επαφές με τον εκεί καθηγητή Prof. Dr. Horst-Robert Langguth, που είχα γνωρίσει το 1976 στην Αθήνα, στο «Διεθνές Συνέδριο Θερμομεταλλικών Υδάτων, Γεωθερμίας και Ηφαιστειότητας του Μεσογειακού χώρου». Για το Συνέδριο αυτό, που διοργάνωσε το Ε.Μ.Πολυτεχνείο, είχα εργαστεί σαν ειδικός επιστημονικός συνεργάτης, προσφέροντας ατέλειωτες ώρες για τη διοργάνωση και τη διεξαγωγή του. Αναχωρώ λοιπόν για Γερμανία, με την πρόθεση να μείνω όσο χρειάζεται να μάθω τη γλώσσα και να υποβάλλω το διδακτορικό μου.
Η Γερμανία με υποδέχθηκε με ανοιχτές αγκαλιές. Ανοίχθηκε μπροστά μου ένας εντελώς καινούριος κόσμος της Μουσικής. Ξεκίνησα για να μάθω τη γλώσσα και τελικά έμεινα 26 ολόκληρα χρόνια. Έμεινα, γιατί η κατάσταση στη Λυρική Σκηνή την εποχή εκείνη ήταν, για να το πω με επιείκεια «ελαφρώς φαιδρή». Φοβάμαι πως δεν άλλαξαν και πολύ τα πράγματα από τότε! Έβλεπα δηλαδή τους καλλιτέχνες να δίνουν όλη τους την ψυχή και να μην υπάρχει καμιά αναγνώριση. Μια αλλόκοτη και τραγικά φαιδρή ατμόσφαιρα για τους συναδέλφους, που είχαν αφιερώσει όλη τους τη ζωή, είχαν επενδύσει με όλη τους τη δύναμη στο ταλέντο τους, με ατέλειωτες σπουδές, κόπους και στερήσεις, για να εισπράξουν τελικά μια απαξίωση με τον σιωπηλό υπότιτλο «α, τα ψώνια».
Σ? αυτή την υποκριτική ατμόσφαιρα, τη γεμάτη μικροπρέπειες, ήμουν φορτισμένος με αποκρουστική διάθεση. Δεν ήταν δυνατόν να συμμετέχω και γι? αυτό πάντα ήμουν με μισή καρδιά και με το μισό πόδι μέσα. Μου έλεγαν: «θα γίνεις διάσημος, θα κάνεις παγκόσμια καριέρα» κλπ. Ποτέ δεν πίστεψα ή τουλάχιστον ποτέ μου δεν πήρα στα σοβαρά αυτές τις θετικές κριτικές, ούτε τα χειροκροτήματα, τους επαίνους και τα μπράβο. Βγαίνοντας όμως στην Ευρώπη, ήρθα σε επαφή με μια άγνωστη μέχρι τότε για μένα πραγματικότητα, που επαναλαμβάνω πως δεν την φανταζόμουν.
Ένα πολύ μικρό παράδειγμα: Κάναμε πρόβες για την «Butterfly» σε κάποιο θέατρο και μας λέει ο σκηνοθέτης: «Μην ανησυχήσετε. Θα έρθει σε λίγο ένα σχολείο, για να παρακολουθήσει την πρόβα μας». Βλέπουμε λοιπόν να μπαίνουν 60-70 παιδάκια του δημοτικού και να παρακολουθούν με προσήλωση και θρησκευτική κατάνυξη τη δοκιμή μας. Δεν άκουσα ένα παιδάκι να βήξει, να μιλήσει, να κάνει κάποιο θόρυβο. Μόλις έγινε το διάλειμμα βγήκαν έξω και τα βρήκα όλα καθισμένα οκλαδόν στη μοκέτα του φουαγιέ, με τον δάσκαλο να τους εξηγεί κάποια πράγματα. Με έπιασε ένα πικρό παράπονο, γιατί την εποχή εκείνη πρωτοσέλιδο των αθηναϊκών εφημερίδων ήταν τα σχολεία μας στην Ελλάδα, που έσταζαν τα κεραμίδια και τα παιδιά, τουρτουρίζοντας στην υγρασία, δεν μπορούσαν να μάθουν την αλφαβήτα σε ανθρώπινες συνθήκες. Και εδώ τα γερμανάκια σκέφτηκα, μαθαίνουν μέσα στην ζέστη τους, σε περιβάλλον χλιδής, τι είναι Όπερα και τι είναι Butterfly..! Στο Ελληνικό εστιατόριο δίπλα από το θέατρο, κάποιος υπερφίαλος Ελληναράς κατάφερε να κάνει την παρέα να τον προσέξει:
«Για ποιόνε λες, ρε; Τον Μπατερφλάη; Σειρά μου! Μαζί υπηρετήσαμε στο στρατό!»
Ελλάδα μου, γιατί όπου πηγαίνω με σκοτώνεις?;
Σε μια άλλη περίπτωση, ήρθε ένα παιδί κρατώντας στο χέρι τις νότες του έργου που τραγουδούσα και μου λέει: «Κύριε Τερζάκη, γιατί στο σημείο αυτό δεν το τραγουδήσατε, όπως το θέλει ο συνθέτης;» Είχα μείνει άναυδος, γιατί συνειδητοποίησα ξαφνικά, τι είδους κοινό έχω να αντιμετωπίσω. Ένα κοινό, που από την παιδική του ηλικία είναι εκπαιδευμένο και μορφωμένο στη Μουσική.
Θυμήθηκα τότε που σπούδαζα ιατρική. Στο εργαστήριο ανατομίας ήμασταν μερικοί φοιτητές γύρω από το πτώμα μιας γιαγιούλας. Κατά τη διάρκεια της μελέτης μας και με το νυστέρι στο χέρι, τους έλεγα την υπόθεση της «Traviata», που θα τραγουδούσα σε λίγη ώρα επί σκηνής. Οι συνάδελφοι φοιτητές, οι περισσότεροι από την επαρχία, δεν είχαν ακούσει ποτέ τους για Όπερα! Έπλενα στη συνέχεια τα χέρια μου από τις φορμόλες και τους έλεγα: «Παιδιά, έχω τις προσκλήσεις σας στο θυρωρείο. Πάω να μακιγιαριστώ και να ζεστάνω τη φωνή μου. Θα τα πούμε μετά την παράσταση!» Αυτή ήταν η μύηση κάποιων λίγων και πολύ τυχερών, που σήμερα είναι σπουδαίοι γιατροί στη χώρα μας.
Την εποχή εκείνη το να τραγουδήσω τον Alfredo στην Traviata, το έπαιρνα πολύ αψήφιστα. Ό,τι και να έκανα, φαινόταν να είναι πολύ ωραίο. Σήμερα, έχοντας πλήρη συνείδηση του τι κάνω, μέμφομαι την ανευθυνότητα των πρώτων μου βημάτων. Ήταν αναμφίβολα ωραίες παραστάσεις, τουλάχιστον για τα δεδομένα της εποχής, αλλά όταν βρεθείς να εργάζεσαι σε ένα πιο υπεύθυνο περιβάλλον, με ανθρώπους τέλεια καταρτισμένους, που θα σου ζητήσουν εκείνο, θα σου πουν πρόσεξε το άλλο, με ένα σκηνοθέτη, που θα σου πει «πρόσεξε τον τρόπο που περπατάς, το χέρι σου εκεί και όχι πιο πάνω» κλπ, τότε μόνο καταλαβαίνεις ότι γίνεται διαφορετικού είδους δουλειά. Πήγα λοιπόν στη Γερμανία μόνο για να μάθω την γλώσσα και τελικά? κόλλησα! Παντρεύτηκα μια γερμανίδα, κάναμε και τέσσερα παιδιά. Άντε να ξεφύγεις..!
- Μιλήστε μας για τις εκεί συνεργασίες σας τόσο με το θέατρο, όσο και με την όπερα.
Με το Θέατρο; Μα η Όπερα είναι Θέατρο. Εδώ είναι το μεγάλο μας πρόβλημα. Στην Ελλάδα, όπως είπαμε, πολλοί λίγοι ξέρουν τι είναι Όπερα. Αλλά ποιος θα τους το μάθει; Θυμάμαι στο στρατό, όπως και στο τραπέζι της ανατομίας, όταν μιλούσα σε συναδέλφους για τη Λυρική Σκηνή, αλλά και αργότερα, όταν τους καλούσα να έρθουν να με ακούσουν, μου έλεγαν «Ζάχο, θα μας κλείσεις τραπέζι;» Περίμεναν δηλαδή να φάνε, να πιούνε και να παρακολουθούν συγχρόνως κάποιο πρόγραμμα. Και ήταν όλοι τους νέοι άνθρωποι, μορφωμένοι, πτυχιούχοι Ανωτάτων Σχολών!
Οι περισσότεροι πάλι νομίζουν ότι η Όπερα είναι ξενόφερτη, πράγμα που είναι μεγάλο λάθος άγνοιας. Η Όπερα ξεκινάει από το τραγούδι και είναι η σύνθεση μιας τέχνης, που περιέχει μεν Μουσική, Θέατρο, Χορό και Εικαστικά, βασικό στοιχείο της όμως είναι το τραγούδι. Η λέξη «Τραγούδι» είναι από την «Τραγωδία». Καθαρά Ελληνική κληρονομιά. Η Τραγωδία είναι η «Ωδή του Τράγου» και ο «Τράγος» το σύμβολο του Διονύσου. Η Τραγωδία δεν ήταν ένα θέατρο, να πάμε να το δούμε και να κλάψουμε ή να γελάσουμε. Δεν είχε το θέμα μιας σύγχρονης ταινίας, όπου ο «καλός» τελικά νικάει τον «κακό» και πάμε όλοι ευτυχισμένοι σπίτι μας. Ήταν προβληματισμός, θρησκεία και θεραπεία. Αργότερα στο σκοτεινό μεσαίωνα, στα χρόνια του θρησκευτικού φανατισμού, χάθηκαν όλα αυτά. Ερχόμαστε στην Αναγέννηση, που αναβιώνει η αρχαία Ελληνική Σκέψη. Εκεί μια ομάδα Φλωρεντιανών λογίων σκέφτηκαν να αναβιώσουν την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία. Πώς όμως; Ότι γνώριζαν ήταν τα ελάχιστα κείμενα που σώθηκαν και τον ορισμό του Αριστοτέλη: «Έστιν ουν τραγωδία μίμησης πραγμάτων σπουδαίων και τελείων κλπ». Πήραν λοιπόν διάφορα θέματα από την Αρχαία Ελληνική Μυθολογία, τα μελοποίησαν, τα σκηνοθέτησαν και τα παρουσίασαν στο κοινό. Η πιο αρχαία Όπερα που γράφηκε ποτέ ήταν του η «Δάφνη» του Peri, που δυστυχώς δεν σώζεται σήμερα. Η επόμενη ήταν η «Ευρυδίκη» του ίδιου συνθέτη, πάνω στη γνωστή ιστορία του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Αυτή σώζεται μέχρι σήμερα.
Στην ουσία δεν αναβίωσε η Τραγωδία, γιατί έλλειπε το ψυχοθεραπευτικό στοιχείο της «Κάθαρσης». Δημιουργήθηκε όμως ένα νέο είδος, η Όπερα, από το opus, που σημαίνει «έργο» και σαν ιδέα και δομή έχει καθαρά Ελληνική προέλευση. Δεν είναι τυχαίο, ότι οι Έλληνες καλλιτέχνες του είδους, που βγαίνουν απ? τη δική μας τη γη και διαπρέπουν έξω από τα δικά μας σύνορα, γράφουν ιστορία είτε σαν μαέστροι, είτε σαν σολίστ, είτε σαν σκηνοθέτες. Χωρίς να είμαι «ελληνοπαράφρων» ρατσιστής, θα μου επιτρέψετε να σας πω, ότι η παρατήρηση αυτή παραμένει ανεξήγητη, γιατί κάπου πρέπει οι πληροφορίες αυτές να βρίσκονται κρυμμένες μέσα στα γονίδιά μας και χωρίς να το θέλουμε γινόμαστε δάσκαλοι. Αναφέρθηκα και προηγουμένως στον αείμνηστο Σεφέρη, που έλεγε ότι «οι Έλληνες είμαστε τραγικά αυτοδίδακτοι» και αυτό έχει να πει πολλά. Στο χώρο της Μουσικής ακόμα περισσότερα: Γιατί όλα αυτά επιτυγχάνονται, χωρίς μέχρι σήμερα να υπάρχει στην Ελλάδα μια υπεύθυνη Μουσική Ακαδημία! Ούτε καν στις προθέσεις των εκάστοτε κυβερνήσεων. Η Μουσική Παιδεία βρίσκεται στο έλεος διαφόρων ιδιωτικών ωδείων, που εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι στη πλειονότητά τους μικρομάγαζα. Σ? αυτά τα ωδεία της γειτονιάς διδάσκουν συχνά ικανότατοι και εμπνευσμένοι δάσκαλοι, αλλά είναι θέμα τύχης να βρεις τον κατάλληλο και να τον ξεχωρίσεις από τον μέτριο ή τον εντελώς άσχετο. Περαστικά μας?
- Έχετε συνεργαστεί λοιπόν, με πολλές όπερες σε όλο τον κόσμο, μιλήστε μας λίγο γι' αυτό.
Οι εμπειρίες μου δεν περιορίζονται μόνο στις συνεργασίες μου με τα θέατρα. Δεν έχει νόημα να σας εκθέσω τώρα την καριέρα μου, με τις περισσότερες από 2000 παραστάσεις διεθνώς. Υπήρξαν διάφοροι σταθμοί, γνωριμίες και συνεργασίες με καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Φυσικά μετά από τόσες διαφορετικές γνωριμίες με ανθρώπους του χώρου, ένα πλήθος παραστάσεων και συναυλιών, αμέτρητες δοκιμές κλπ. αποκτά κανείς μια ιδιαίτερη ευαισθησία, ώστε να καταλαβαίνει πόσο καλά λειτουργεί ένα θέατρο σαν οργανισμός και μόνο από τον τρόπο που θα σε υποδεχτεί ο θυρωρός. Μεγαλύτερη όμως σπουδαιότητα για μένα είχε το ομηρικό «πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω». Αυτό που υμνεί ο Όμηρος στον Οδυσσέα, δεν είναι τόσο οι μάχες και η αντρειοσύνη του, αλλά το ότι είδε πολύ κόσμο και γνώρισε τον τρόπο που σκέπτονται. Ήδη, από τις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου, είχα αντιληφθεί ότι ένας άνθρωπος, για να γίνει σωστός άνθρωπος, βάζει στόχους που όταν κοντεύει να τους πλησιάσει, θα πρέπει τότε να τους σπρώχνει ακόμα πιο μακριά του. Αυτό το είχα ο ίδιος τότε ονομάσει: «ένα διαρκές και ουδέποτε περατούμενο γίγνεσθαι». Βρισκόμαστε μονίμως σε ένα «γίγνεσθαι», σε μια διαδικασία ανέλιξης της προσωπικότητάς μας. Πολλές φορές περνάμε στεναχώριες, δυσκολίες και προβλήματα, αλλά πάντα πρέπει να φτάνουμε το στόχο που έχουμε βάλει μπροστά μας και να τον ξεπερνάμε. Αν σταματήσει αυτό το κυνηγητό, σταματάει και η ζωή μας. Έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ προσωπικά. Οι Μούσες μας μυούν σε μια διαρκή ανέλιξη. Παίρνοντάς μας από το χέρι, μας παραδίδουν η μία στην επόμενη και μας ανεβάζουν στον πνευματικό Ελικώνα. Άλλοι πάλι, βιώνουν την ανηφόρα αυτή σαν Γολγοθά.
Έτσι ταξίδεψα οργώνοντας όχι μόνο την Ευρώπη, έχοντας εντρυφήσει, απ? άκρου σ? άκρη στην νοοτροπία όλων των λαών της, με τα θετικά και τα αρνητικά τους, αλλά έχω επίσης ταξιδέψει πολλές φορές και στην Αμερική, την Ιαπωνία, το Ταϊβάν, την Κίνα, κλπ. τραγουδώντας σε μικρά και μεγάλα Μουσικά Θέατρα του κόσμου. Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, να δει κανείς πώς αντιλαμβάνονται και πώς δέχονται μια κλασική Όπερα οι διάφοροι λαοί. Αλλά ακόμα περισσότερο, να παρατηρήσει τις διαφορές αυτές μέσα στην ίδια χώρα. Στη Γερμανία για παράδειγμα, τραγουδούσα την ίδια εβδομάδα τον ρόλο του Tamino στον ''Μαγικό Αυλό'', μια μέρα στο Braunschweig, που είναι προς τα Βόρεια, την άλλη μέρα στη Νυρεμβέργη, και μετά στο Μόναχο. Δεν άλλαζε μέσα σε μια βδομάδα ούτε η φωνή μου, ούτε ο τρόπος που τραγουδούσα. Όμως η ανταπόκριση του κοινού ήταν πολύ διαφορετική. Στα βόρεια θέλουν τον Tamino πιο λυρικό και όσο πάμε πιο νότια τον θέλουν πιο δραματικά Βαγκνερικό. Είναι συναρπαστικό, να μάθεις πώς να μαγεύεις έναν Ιταλό, με συγκεκριμένο δεμένο μουσικό φραζάρισμα στο τραγούδι (legato), που κάποιους πιο βόρειους λαούς τους αφήνει μάλλον αδιάφορους. Έχει δηλαδή πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς και να μελετήσει τις διαφορές των αντιδράσεων, που είναι συνάρτηση της ιδιοσυγκρασίας και της ψυχοσύνθεσης του κοινού.
- Πώς ξεκινήσατε λοιπόν, τη καριέρα σας στη Γερμανία;
Το 1978 έκανα τη πρώτη ακρόαση στη Γερμανία, που μου έδωσε αμέσως ένα συμβόλαιο να τραγουδήσω στο Κίελο (Kiel) τον ρόλο του Turiddu στην «Cavalleria rusticana» του Piedro Mascagni για 21 παραστάσεις. Αλλά αυτό θα σήμαινε πολύ μεγάλη απουσία από την Αθήνα και θα έχανα τα εργαστήρια Μικροβιολογίας! Άλλη μια φορά αντιδρώ ενάντια στη καριέρα μου.
Τους απαντώ: «Ευχαριστώ, αλλά θα σας τραγουδήσω μόνο 3 παραστάσεις!»
Οι άνθρωποι παραξενεύτηκαν, αλλά συμβιβάστηκαν με τα καπρίτσια του Έλληνα τενόρου. Έτσι έλειψα από την Αθήνα μόνο τον Δεκέμβριο του 1978 μέχρι τα τέλη του Ιανουαρίου 1979. Στην Λυρική τραγουδούσα μεταξύ των άλλων την «Sonnambula» (Υπνοβάτιδα) του Vincenzo Bellini και μερικές ακόμα παραστάσεις «Traviata» με την αείμνηστη Φώφη Σαραντοπούλου, τα «Αραβωνιάσματα στο μοναστήρι» του Sergei Prokofiev και την ανεπανάληπτη «Flora mirabilis» του Σπύρου Σαμάρα, υπό τη διεύθυνση του αείμνηστου Οδυσσέα Δημητριάδη.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης μου δίμηνης παραμονής στη Γερμανία, έκανα μια δυο ακροάσεις, μεταξύ των οποίων και στη Μουσική Σκηνή του Bielefeld. Αρχίζει λοιπόν μια μάχη μεταξύ Kiel και Bielefeld, για το ποιος θα με έχει μόνιμο την επόμενη σαιζόν. Στη Λυρική εν τω μεταξύ είχα ας πούμε, καταξιωθεί και μαζί με ελάχιστους άλλους συναδέλφους είχα τον πρώτο μισθό. Ξαφνικά το Bielefeld μου στέλνει μέσω του ατζέντη μου ένα συμβόλαιο, με μισθό σχεδόν τετραπλάσιο του πρώτου μισθού της Λυρικής. Αυτό ήταν ίσως το τελευταίο σπρώξιμο, για να διακόψω έστω προσωρινά, τις σπουδές τις Ιατρικής στην Αθήνα και να εγκατασταθώ μόνιμα στη Γερμανία.
Από το 1979 μέχρι το 1982 ήμουνα μόνιμος στο Θέατρο του Bielefeld, όπου πραγματικά άρχισα τις σπουδές μου και τη καριέρα μου από την αρχή, σε εντελώς διαφορετικές βάσεις. Η μελέτη κάθε ρόλου ήταν πολύ επισταμένη και υπεύθυνη σε βάθος και ακρίβεια. Ότι είχα τραγουδήσει στη Λυρική έμοιαζε πλέον με «πασαλείμματα». Είχα τραγουδήσει π.χ. «Butterfly» και νόμιζα πως την ήξερα καλά. Πόσο ντράπηκα όμως, όταν στη Γερμανία ανακάλυψα το μέγεθος της ατέλειάς μου. Εκεί με ανακάλυψε επί σκηνής και ο καινούριος μου δάσκαλος, ο αείμνηστος Matthias B?chel, με τον οποίον τελειοποίησα την τεχνική μου και μελέτησα μαζί του εκτός από τους ρόλους μου και όλο σχεδόν το ρεπερτόριο των ορατορίων μου. Στο Bielefeld τραγούδησα τα τρία αυτά χρόνια σπουδαίους πρωταγωνιστικούς ρόλους, όπως τον Tamino, τον Δούκα στον «Rigoletto», τον τραγουδιστή στο «Rosenkavalier», τον Enzo Grimaldo στη «Gioconda», τον Rinucio στον «Gianni Schicchi» και άλλα. Συγχρόνως με μετακαλούσαν και άλλα θέατρα, να τραγουδήσω ρόλους του ρεπερτορίου μου και να πρωταγωνιστώ σε δικές τους παραγωγές, π.χ. σαν Lenski στον «Eugen Onegin» του P.I. Tschaikovsky, σαν Πρίγκιπας στη «Rusalka» του Antonin Dvorak κλπ.
|